ShareThis
Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Νέα - Δραστηριότητες

H ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΗ ΜΑΣ ΣΤΗΛΗ

22-01-2024 10:21

Εισαγωγή στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό

Για την παρουσίαση της Διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας λαμβάνονται σοβαρώς υπ’ όψιν, τόσο ο κατ’ εξοχήν Λόγος του Θεού, που είναι η Αγία Γραφή – Παλαιά και Καινή Διαθήκη, όσο και η Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας, δηλαδή η καταγραφή της ζωής των Μελών της ανά τους αιώνες.

Στα κείμενα που θα ακολουθήσουν, παρμένα και ηλεγμένα από Ορθόδοξες Ιστοσελίδες, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε την Ορθόδοξη Διδασκαλία της Εκκλησίας μας αφ’ ενός μεν για γνωρίσουμε βασικές αρχές της Πίστεως μας, αφ’ ετέρου δε να δοθούν οι κατάλληλες απαντήσεις στους αμφισβητίες. Ο Θεός βοηθός!     

Αγία Τριάδα

Η φιλοξενία του Αβραάμ, Προτύπωση του τριαδικού Θεού στην Παλαιά Διαθήκη

Με τον όρο Αγία Τριάδα εννοείται το χριστιανικό δόγμα που περιγράφει την πίστη σε έναν τρισυπόστατο Θεό. Οι τρεις υποστάσεις ή πρόσωπα της Τριάδος είναι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Είναι όμοια, αδιαίρετα και ομοούσια κατά τη θεότητα, έχουν την ίδια δύναμη, δόξα και ενέργεια. Η αγία Τριάδα συνιστά ένα από τα κυριότερα δόγματα που αποδέχεται εκτός του Ορθόδοξου Χριστιανισμού και η πλειοψηφία των ομολογιών του Χριστιανισμού, γνωστό και ως Τριαδικό Δόγμα.

Περιεχόμενα

Πώς περιγράφεται

Ο τριαδικός Θεός περιγράφεται ως "Τρισυπόστατη Μονάδα" η οποία φανερώνεται με ενέργειες και έργα στην κτίση και την ιστορία. Έχει μεν τρία πρόσωπα, αλλά αυτά τα τρία πρόσωπα δεν αποτελούν τρεις χωριστούς Θεούς, αλλιώς ο Χριστιανισμός δε θα ήταν μονοθεϊστική αλλά τριθεϊστική θρησκεία. Κατά το δόγμα, ο λόγος που ο τριαδικός Θεός είναι ένας αν και με τρεις υποστάσεις είναι η απουσία χώρου και χρόνου. Ο χώρος και ο χρόνος διαφοροποιούν τις ανθρώπινες υποστάσεις μεταξύ τους, ώστε τα διαφορετικά πρόσωπα να αποτελούν διαφορετικούς ανθρώπους. Επειδή όμως ο χώρος και ο χρόνος είναι κτιστοί (δημιουργήματα του Θεού), ο Θεός δεν υπόκειται σε αυτούς, καθώς ουδεμία σχέση υπάρχει μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Έτσι έχουμε το μυστήριο (ακατάληπτο για τους ανθρώπους) της Τρισυπόστατης Μονάδας. Στην εκκλησιαστική ιστορία, η ταυτότητα της ουσίας και η διάκρισή της σε Τρία Πρόσωπα οδήγησε συχνά σε "αιρετικές" ερμηνείες. Πρέπει να τονιστεί όμως πως η διαμόρφωση του δόγματος σε επίπεδο ορολογίας, δεν έχει να κάνει με περαιτέρω κατανόηση του δόγματος ή της ουσίας του Θεού, αλλά ως διατύπωση και δογμάτιση της ήδη πλήρως κατανοειθήσης υπερνοητώς δια της θεώσεως αληθείας[1],αλλά ανάγκη που προκύπτει από τις αναφυήσες αιρέσεις[2] καθώς η πλήρης κατανόηση επήλθε κατά την Πεντηκοστή[3] και έκτοτε ενυπάρχει στα θεωμένα και δοξασμένα μέλη της εκκλησίας.

Η τάξη αυτή όπου, πρώτος αναφέρεται ο Πατήρ, δεύτερος ο Υιός και τρίτο το Άγιο Πνεύμα, δεν ανταποκρίνεται σε αληθινή και ουσιαστική διαβάθμιση των Τριών Προσώπων ως προς την ουσία ή τη δύναμη, (π.χ. υπεροχή του Πατέρα) αλλά σχετίζεται με τη φύση του ανθρώπινου λόγου, αλλά και με την ιδιότητα του Πατρός να αποτελεί την Αιτία της Θεότητος.

Τα τρία πρόσωπα αυτά ή αλλιώς υποστάσεις, έχουν μοναδικές και αμεταβίβαστες ιδιότητες που προκύπτουν από τις αιώνιες (χωρίς χρονική αρχή) σχέσεις τους. Ταυτόχρονα έχουν μία ουσία ή φύση, αλλά κάθε μία απο αυτές ως υπόσταση δεν ταυτίζεται με την ουσία της θεότητος[4] και έτσι «ο Πατήρ είναι η αιτία της υπάρξεως των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά ουχί της ουσίας και των ενεργειών αυτών, τας οποίας κοινωνεί αυτές άνευ ενδιαμέσου τινός»[5].

  • Ουσία καί φύση καθιερώθηκαν ως έννοιες ταυτόσημες, που σημαίνουν την ίδια κοινή πραγματικότητα.
  • Πρόσωπο και υπόσταση καθιερώθηκαν επίσης ως έννοιες ταυτόσημες, που σημαίνουν την ιδιαιτερότητα και η διαφοροποίση μεταξύ αυτών «συνίσταται εις τας ενεργείας αυτών, αι οποίαι άνευ ουδεμίας ελαττώσεως ή αλλοιώσεως ή παραλλαγής υπάρχουν αιωνίως και αϊδίως εκ του Πατρός δια του Υιού, εν Αγίω Πνεύματι»[6].

Η σχέση των Προσώπων

Η αιώνια σχέση των τριών προσώπων ή υποστάσεων αποσαφηνίζεται με τρεις βασικές προϋποθέσεις:

α) Αίτιο του τρόπου ύπαρξης της Τριάδας καθεαυτής είναι μόνο ο Πατέρας,

β) Ο Πατέρας γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα χωρίς όμως να υπάρχει χρονική διαφορά ύπαρξης των τριών,

γ) Οι τρεις υποστάσεις (ή αλλιώς, πρόσωπα), υπάρχουν άχρονα και αιώνια ως εκδήλωση μιας ουσίας και φύσης.

Αυτό σημαίνει ότι στην Αγία Τριάδα υπάρχει:

α) Ένα αίτιο,

β) Ταυτότητα ουσίας (τα πρόσωπα είναι ομοούσια), και

γ) Ετερότητα των υποστάσεων ή προσώπων.

Το ένα αίτιο και η μία ουσία εξηγούν το γιατί ο θεός είναι ένας και η ετερότητα των υποστάσεων εξηγεί το γιατί ο Θεός είναι τρισυπόστατος. Έτσι στην ορθόδοξη θεολογία γίνεται αντιληπτό πως έχουμε διαχωρισμό κοινών ιδιοτήτων και ακοινωνήτων, με τις κοινές να βρίσκονται πλήρως και στις τρεις υποστάσεις όπως η ενέργεια, η βούληση και των ακοινωνήτων δηλαδή των χαρακτηριστικών που εμπεριέχονται μόνο σε κάθε μια υπόσταση αποκλειστικώς[7] όπως το αναίτιο, το αίτιο δια του γεννάσθαι, το αίτιο δια του εκπορεύεσθαι, το αγέννητο, το γεννητό, το εκπορευτό. Γι αυτό και οι υποστατικές ιδιότητες ονομάζονται και τρόποι υπάρξεως και «οχι μονο δεν είναι ενέργειαι του Θεού, αλλά υπέρκεινται των ενεργειών»[8], αφου «το οτι φύσει γεννάν και οχι βουλήσει (ενεργεία) γεννάν ο Θεός τον Λόγον είναι η ομόφωνος βεβαίωσις και διδασκαλία των Πατέρων της Α΄ και Β΄ Οικουμενικής Συνόδου»[9].

Η ετερότητα των υποστάσεων

Την ετερότητα των υποστάσεων συνιστά το γεγονός ότι:

α) Ο Πατέρας είναι αγέννητος

β) Ο Υιός είναι γεννητός (άχρονα)

γ) Το Άγιο Πνεύμα είναι εκπορευτό.

Οι παραπάνω ιδιότητες, ονομάζονται "υποστατικά ιδιώματα" και κάθε ιδίωμα ανήκει στην ιδιαίτερη υπόσταση και μόνο:

α) Ο Πατέρας είναι αγέννητος και όχι γέννημα ή πρόβλημα (δηλ. κάτι που προβάλλεται ή εκπηγάζει),

β) Ο Υιός είναι γέννημα και όχι αγέννητος ή πρόβλημα,

γ) Το Άγιο Πνεύμα είναι πρόβλημα (που εκπηγάζει και έχει την αιτία του στον Πατέρα, με την σύμφωνη βούληση του Υιού) και όχι αγέννητο ή γέννημα.

Κάθε Πρόσωπο, στην επαφή του με τον κόσμο και την ιστορία, δηλαδή στα πλαίσια της Θείας Οικονομίας, επιτελεί ένα ιδιαίτερο έργο:

α) Ο Πατέρας, πραγματώνει τη δημιουργική και απολυτρωτική ενέργεια, είναι η αρχική αιτία,

β) Ο Υιός πραγματώνει το έργο της φανέρωσης, της άσαρκης και της ένσαρκης παρουσίας του στην κτίση και την ιστορία για τη σωτηρία του ανθρώπου,

γ) Το Άγιο Πνεύμα διενεργεί την τελείωση του δημιουργικού και απολυτρωτικού έργου.

Ως προς την αιώνια και χωρίς αρχή σχέση των προσώπων της Αγίας Τριάδας για την Ορθόδοξη θεολογία είναι σημαντική η διαμάχη με τους δυτικούς θεολόγους για το ζήτημα του Filioque. Κατά τη διατύπωση αυτήν του Συμβόλου της Πίστεως, το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού. Για το ορθόδοξο όμως δόγμα το μοναδικό αίτιο της ύπαρξης του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι το πρόσωπο του Θεού Πατέρα. Ο Υιός μπορεί να πέμπει το Πνεύμα στην Θεία Οικονομία, δεν μπορεί όμως ποτέ το Πνεύμα να εκπορεύεται από αυτόν, ο Υιός να αποτελεί δηλαδή την αιτία της ύπαρξης του Πνεύματος.

Το Σύμβολο της Πίστεως ή σύμβολο της Νίκαιας-Κωνσταντινούπολης που τα 7 πρώτα άρθρα του θεσπίστηκαν στην A’ Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας ενώ τα υπόλοιπα 5 άρθρα ολοκληρώθηκαν στη B' Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε το 381 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, εκφράζει την ορθόδοξη διατύπωση του τριαδικού δόγματος περί του Θεού.

Οι έννοιες "Αΐδιος" και "Οικονομική" Τριάδα στην Ορθόδοξη θεολογία

Στην Ορθόδοξη Θεολογία, δύο βασικές έννοιες που αναφέρονται στην Αγία Τριάδα είναι η "Αΐδιος" και η "Οικονομική" Τριάδα.

  • Για "Αΐδιο Τριάδα" μιλάμε, όταν αναφερόμαστε στα βάθη της Θεότητας και στις σχέσεις που έχουν μεταξύ τους τα Θεία Πρόσωπα, ΠατήρΥιόςΆγιο Πνεύμα.
  • Για "Οικονομική Τριάδα" μιλάμε, όταν αναφερόμαστε στις ενέργειες που κάνει ο Τριαδικός Θεός στα πλαίσια της Θείας Οικονομίας για τη Σωτηρία μας. Στα πλαίσια αυτά, επειδή έτσι παρουσιάζεται στις θεοφάνειες της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης, γίνεται δεκτό ότι κάθε πρόσωπο επιτελεί ένα ιδιαίτερο έργο.

Σε κάθε περίπτωση, αν η διδασκαλία κάποιου εκκλησιαστικού συγγραφέα ή Πατέρα της Εκκλησίας έχει ξεκαθαρίσει ότι τα τρία πρόσωπα στην "Αΐδιο Τριάδα" είναι ομοούσια, αιώνια, αΐδια κ.λπ., τότε ακόμα και αν χρησιμοποιηθούν λέξεις για την "οικονομική Τριάδα" που μοιάζουν σα να δίνει εντολές ένα πρόσωπο στο άλλο (ή οτιδήποτε παρόμοιο), αυτό δεν σημαίνει υποτίμηση, αφού ήδη στα κείμενά του ο θεολόγος έχει αποσαφηνίσει ότι στην "Αΐδιο Τριάδα" τα πρόσωπα είναι ίσοι φορείς της θεότητας.

Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας, αυτό μπορεί να συμβεί επειδή τα τρία Πρόσωπα έχουν μία βούληση και μία ενέργεια. Ο Πατέρας (στην "οικονομική Τριάδα") μπορεί να φαίνεται ότι μονομερώς "στέλνει" τον Υιό να πραγματώσει ένα έργο. Όμως, ο Υιός δεν εκτελεί εντολές τη στιγμή εκείνη σαν υποδεέστερος, αλλά θα λέγαμε, "στέλνεται αυτεξούσια". Τη στιγμή δηλ. που ο Πατέρας έχει τη βούληση να "στείλει" τον Υιόαυτή η βούληση δεν είναι μόνο δική Του, αλλά είναι άχρονα και αΐδια, ενιαία βούληση και των τριών προσώπων. Έτσι, η αΐδια ισότητα παραμένει και στα πλαίσια της Θείας Οικονομίας.

"Αΐδιος" Τριάδα

Αναλύοντας τα παραπάνω, λέμε ότι "o Λόγος στη θεολογική Τριάδα [δηλ. στην Αΐδια Τριάδα], ως δεύτερο πρόσωπο ή υπόσταση της θεότητας, όντας ισότιμος με τα δύο άλλα πρόσωπα, έχει το ίδιο αξίωμα και την ίδια δόξα πού έχουν ο Πατήρ και το Πνεύμα τα άγιο"[10]. Βεβαίως, Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι, "οι Πατέρες περιγράφοντας τις αΐδιες σχέσεις των προσώπων της Αγίας Τριάδας ήταν άκρως λιτοί"[11] και κατά συνέπεια αρκεί να πούμε ότι "ο τριαδικός Θεός είναι μονάδα, γιατί ένα είναι το αίτιο, μία η ουσία και μία η ενέργεια• και είναι τριαδικός κατά τις υποστάσεις, γιατί υπάρχει η ετερότητα των υποστάσεων. Ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννητός και το Πνεύμα εκπορευτό"[12]. Στην Ορθόδοξη Θεολογία, όταν αναφέρεται ο Πατέρας ως "αίτιο", αυτό σημαίνει ότι είναι το "μοναδικό αίτιο της προέλευσης και της ύπαρξης των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Η ορθόδοξη θεολογία...ασπάζεται την τρισυπόστατη μονάδα ως τον τριαδικό Θεό μίας και μοναδικής αιτίας"[13].

Όπως σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός"Ο Πατήρ πηγή και αιτία Υιού και Πνεύματος"[14]. Και προσθέτει: "Εξαιτίας του Πατέρα, επειδή δηλαδή υπάρχει ο Πατέρας, υπάρχει ο Υιός και το Πνεύμα. Και εξαιτίας του Πατέρα έχουν ο Υιός και το Πνεύμα όλα, όσα έχουν"[15]

Κατά συνέπεια, Ορθοδοξία, "μόνο ο Πατέρας είναι άναρχος έχοντας απολύτως στον εαυτό του την αρχή της υπάρξεως του, ενώ τα άλλα θεία πρόσωπα [...] προέρχονται αϊδίως απ’ αυτόν και λαμβάνουν το ‘είναι’ τους και την υπόσταση τους"[16].

Παρά το γεγονός όμως, ότι το αίτιο της προέλευσης και της ύπαρξης των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι ο Πατέρας, πουθενά μέσα σε αυτές τις σχέσεις της "αΐδιας" Τριάδας δεν αποδεχόμαστε διαφορά (π.χ. ανώτερος-κατώτερος, πριν-μετά, πρώτος-δεύτερος κ.λπ.) αλλά δεχόμαστε μόνο διάκριση μεταξύ προσώπων. Κι αν ο Υιός έχει γεννηθεί μεν από τον Πατέρα, και στον Πατέρα οφείλει την Υπόστασή του και την Υιότητά Του, ταυτόχρονα όμως, είναι άχρονος, αΐδιος, αιώνιος, διότι ο Πατέρας είναι άτρεπτος, και άρα, για να έχει Υιό, θα πρέπει να είναι αΐδια, αιώνια Πατέρας[17].

"Οικονομική" Τριάδα

Ενώ λοιπόν ο όρος αΐδιος Τριάδα αναφέρεται στις εσωτερικές σχέσεις των προσώπων της Τριαδικής Θεότητας, ο όρος οικονομική Τριάδα, έχει σχέση με τη Θεία Οικονομία, δηλαδή με την ιστορία της Σωτηρίας του ανθρώπου. Η αΐδιος Αγία Τριάδα λέγεται οικονομική όταν φανερώνεται στον κόσμο με τις ενέργειές της. Τότε μιλάμε για την οικονομική φανέρωση της Τριάδας[18]. Ο άνθρωπος μόνο τις ενέργειες της αϊδίου Τριάδας αντιλαμβάνεται και όχι την ουσία/φύση της, η οποία είναι εντελώς έξω από τις δυνατότητές του ανθρώπου να την αντιληφθεί και να την κατανοήσει[19].

Στην οικονομική Τριάδα "οι ενέργειες του τριαδικού Θεού, διαμέσου της κοινής βούλησης των προσώπων, είναι κοινές, ενώ υπάρχει η ιδιαιτερότητα των έργων του κάθε προσώπου. Ο Πατέρας είναι πάντοτε, και στην πραγμάτωση της δημιουργικής και απολυτρωτικής ενέργειας, η αρχική αιτία, ο Υιός πραγματώνει το έργο της φανέρωσης, της άσαρκης και της ένσαρκης παρουσίας του στη φύση και την ιστορία για την σωτηρία του ανθρώπου, και το Άγιο Πνεύμα διενεργεί την τελείωση του δημιουργικού και απολυτρωτικού έργου"[20].

Αν πάρουμε ως παράδειγμα τον Υιό και Λόγο του Θεού, στα πλαίσια της οικονομικής Τριάδας, "αποστέλλεται από τον Πατέρα στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο", όμως σε καμία περίπτωση "ο Λόγος δεν έχασε το θεοπρεπές τριαδικό του αξίωμα. Δεν μετακινήθηκε από την Τριάδα"[21]. Η χρήση εκφράσεων όπως "ο Πατέρας αποστέλλει τον Υιό" ή ότι ο Υιός είναι αποτέλεσμα "της βούλησης του Πατέρα", δεν σημαίνουν αποδοχή κατωτερότητας του Υιού, ούτε μας βεβαιώνουν για αρειανικούς προσανατολισμούς στη σκέψη των θεολόγων που τις χρησιμοποιούν (ότι δηλαδή αναφέρονται σε Υιό που είναι κτίσμα και όχι Θεός, όπως έλεγε ο αιρετικός Άρειος). Από τη στιγμή που στα κείμενα ενός συγγραφέα φαίνεται καθαρά η διάκριση σε αΐδια και οικονομική Τριάδα, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για Αρειανισμό, διότι:

"Ο Άρειος σε τούτη ακριβώς την κακοδοξία είχε περιπέσει, την οποία πολέμησε ο Μ. Αθανάσιος• Ισχυριζόταν ότι ο Λόγος είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του Πατέρα, πράγμα που κατά τον Μ. Αθανάσιο ισχύει μονάχα για τη δημιουργία της κτίσης. Επομένως ο Μ. 'Αθανάσιος κάνει διάκριση μεταξύ αΐδιας και οικονομικής Τριάδας, ενώ ο Άρειος δεν κάνει τούτη τη διάκριση"[22].

Όπως προείπαμε, τα βιβλικά δεδομένα μας βεβαιώνουν ότι κάθε πρόσωπο στην Αγία Τριάδα επιτελεί ένα ιδιαίτερο έργο. Αυτό το έργο όμως δεν είναι αποτέλεσμα καταναγκασμού ή δεσποτείας ή πραγματικής υποταγής, διότι διαχρονικά, η ενότητα/μοναδικότητα του Θεού προσδιορίζεται και από την ενιαία ενέργεια των Προσώπων. Όπως σημειώνει ο Γεώργιος Φλορόφσκυ για τον Μ. Βασίλειο:

"Ο Βασίλειος τονίζει πάντα ότι η Θεία ενέργεια είναι ενοποιημένη και αδιαίρετη [...] Ο Βασίλειος λέγει συμπεραίνοντας ότι 'η ταυτότητα της ενέργειας του Πατρός, του Υιού, και του Πνεύματος αποδεικνύει καθαρά την ενότητα της φύσεώς τους'. Αυτό σημαίνει ότι η Θεότητα είναι μία και ότι η ενέργειά της είναι ενιαία"[23].

Αυτή η "ενιαία τριαδική ενέργεια", συχνά αναφέρεται με το σχήμα: "εκ Πατρός, δι’ Υιού, εν αγίω Πνεύματι". Το σχήμα αυτό δεν είναι τυχαίο και δεν μεταβάλεται κατά βούληση από τα τρία Πρόσωπα. Είναι σχήμα απαράβατο, με το οποίο ενεργεί πάντα η Αγία Τριάδα. Κανένα Πρόσωπο δεν παρακάμπτει το άλλο. Σύμφωνα με τον Μ. Βασίλειο:

"Αν ο Πατήρ δημιουργεί 'διά του Υιού' [...] αυτό δεν σημαίνει ότι η δημιουργική δύναμη του Πατρός είναι ατελής, ή ότι ο Υιός δεν έχει δύναμη για να ενεργήσει. Αντίθετα, αυτό δείχνει τη μοναδικότητα της θελήσεως τους. Κάθε Θεία ενέργεια είναι ενιαία και προέρχεται από ολόκληρη την Τριάδα"[24].

Η Αγία Τριάδα στην Αγία Γραφή

Οι λέξεις "Αγία Τριάδα" δεν υπάρχουν στην Αγία Γραφή, εν τούτοις υπάρχουν πολλοί στίχοι που επιβεβαιώνουν την τρισυπόστατη φύση του Θεού:

Δευτερονόμιον 6:4 "...῎Ακουε, ᾿Ισραήλ· Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι·"

Εδώ ο Θεός είναι ένας κάτι που και ο Κύριος Ιησούς επιβεβαίωσε:

Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον 12:29 "ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπεκρίθη αὐτῷ ὅτι πρώτη πάντων ἐντολή· ἄκουε, ᾿Ισραήλ, Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι·"

Η Αγία Γραφή επίσης επιβεβαιώνει ότι:

O Πατέρας είναι Θεός[25]Προς Κορινθίους Α' 8:6 "ἀλλ᾿ ἡμῖν εἷς Θεὸς ὁ πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτόν, καὶ εἷς Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός, δι᾿ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς δι᾿ αὐτοῦ."

O Υιός του Ιησούς είναι Θεός[26]Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 1:1 "ΕΝ ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος."Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 5:18 "διὰ τοῦτο οὖν μᾶλλον ἐζήτουν αὐτὸν οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ μόνον ἔλυε τὸ σάββατον, ἀλλὰ καὶ πατέρα ἴδιον ἔλεγε τὸν Θεόν, ἴσον ἑαυτὸν ποιῶν τῷ Θεῷ."

Tο Άγιο Πνεύμα είναι Θεός[27]Πράξεις 5:3 "ἶπε δὲ Πέτρος· ᾿Ανανία, διατί ἐπλήρωσεν ὁ σατανᾶς τὴν καρδίαν σου, ψεύσασθαί σε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον καὶ νοσφίσασθαι ἀπὸ τῆς τιμῆς τοῦ χωρίου;"Πράξεις 5:4 "οὐχὶ μένον σοι ἔμενε καὶ πραθὲν ἐν τῇ σῇ ἐξουσίᾳ ὑπῆρχε; τί ὅτι ἔθου ἐν τῇ καρδίᾳ σου τὸ πρᾶγμα τοῦτο; οὐκ ἐψεύσω ἀνθρώποις, ἀλλὰ τῷ Θεῷ."

Οι ανωτέρω στίχοι αναφέρουν ότι υπάρχει μόνο ένας Θεός, άρα κατά τα δόγματα που πιστεύουν στην τρισυπόστατη μορφή του Θεού, ο Θεός είναι ένας σε 3 θεϊκές υποστάσεις:

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον 3:16 "καὶ βαπτισθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ ἰδοὺ ἀνεῴχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί, καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν καὶ ἐρχόμενον ἐπ᾿ αὐτόν·"

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον 3:17 "καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα"

Προς Κορινθίους Β' 13:14 "῾Η χάρις τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν."

Επιστολή Πέτρου Α' 1:2 "κατά πρόγνωσιν Θεοῦ πατρός, ἐν ἁγιασμῷ Πνεύματος, εἰς ὑπακοὴν καὶ ραντισμὸν αἵματος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη πληθυνθείη."

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον 28:19 "πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος" Eπιστολή Ιωάννου Α' 5:7 "ὅτι τρεῖς εἰσιν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῷ οὐρανῷ, ὁ Πατήρ, ὁ Λόγος καὶ τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα, καὶ οὗτοι οἱ τρεῖς ἕν εἰσι· καὶ τρεῖς εἰσιν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῇ γῇ,"[28] Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 10:30 "ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν."

Ο Θεός ως Αγάπη

Η Αγία Τριάδα αποτελεί για τον Χριστιανισμό την αρχετυπική κοινότητα μεταξύ προσώπων, στην οποία η αγάπη είναι όχι απλά στοιχείο, αλλά το ίδιο το αίτιο της ύπαρξής της (πλην του Πατέρα, ο οποίος δεν έχει αρχή και αιτία). Αναγνωρίζοντας ο Χριστιανός τον Θεό ως "Αγάπη" κατά την ρήση της Αγίας Γραφής (Α΄ Ιωάννου 4/δ: 8), αντιμετωπίζει το εξής πρόβλημα: "Πώς ο Θεός είναι αγάπη;" Γιατί το χωρίο δεν λέει "έχει" αγάπη, αλλά "είναι" αγάπη. Αυτό προφανώς ταυτίζει την αγάπη με την ουσία του Θεού, και όχι με κάποιο συναίσθημα, καθώς ο Θεός δεν είναι κτίσμα, ώστε να έχει συναισθήματα. Πώς λοιπόν η ουσία του Θεού είναι αγάπη;

Το Τριαδικό δόγμα, δίνει μια σαφέστατη και συνεπή απάντηση στο ερώτημα αυτό, το οποίο δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί χωρίς την αντίληψη για έναν Τριαδικό Θεό. Γιατί εφ' όσον η ουσία του Θεού ονομάζεται "αγάπη", πώς είναι δυνατόν να εξαρτάται η ουσία του Θεού από την αγάπη Του προς τα κτίσματα, που έχουν αρχή, ενώ η ουσία του Θεού είναι άναρχη;

Η απάντηση περί "αγάπης προς τον εαυτό Του", δεν είναι ικανοποιητική, δεδομένου ότι δεν λέγεται "αγάπη" κάτι τέτοιο, αλλά "φιλαυτία" και "ναρκισισμός". Η αγάπη είναι κάτι που εκδηλώνεται έξω από τον εαυτό κάποιου, προς ένα άλλο πρόσωπο.

Από τη στιγμή λοιπόν που η Αγία Τριάδα, είναι κοινωνία ομοούσιων προσώπων, και όχι μονάδα, γίνεται φανερή για τον πιστό του Τριαδικού Θεού, και η απάντηση στη λύση του ζητήματος, για το πώς ο Θεός είναι αγάπη: Είναι αγάπη, επειδή κάθε πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, αγαπά προαιωνίως και ανάρχως τα άλλα δύο πρόσωπα, ενώ αγαπάται προαιωνίως από αυτά. Η δε αγάπη του Θεού προς την κτίση, είναι απόρροια αυτής της ιδιότητάς του, και όχι κατ' ουσίαν αγάπη, η οποία είναι ενδοτριαδική. Με άλλα λόγια, η αγάπη προς τα κτίσματα, και η συναισθηματική αγάπη μεταξύ των κτισμάτων, είναι εικόνα εκείνης της αγάπης, με την οποία αγαπώνται προαιωνίως τα πρόσωπα της Θεότητας.

Το Χριστιανικό δόγμα, ότι ο Θεός είναι αγάπη, δίνει επίσης τη λύση στο γιατί ο Θεός είναι Τριαδικός, και όχι μονάδα: Επειδή εξ αγάπης βούλεται να υπάρχει ως Τριαδική αγαπητική κοινωνία ομοουσίων προσώπων, στην ομοίωση της οποίας καλούνται να ζήσουν και τα κτίσματα, ως κοινωνία αγάπης.

Η Αγία Τριάδα στην τέχνη

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία τα ομοιώματα του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος, είναι απαγορευμένες απεικονίσεις, επειδή η Αγία Γραφή απαγορεύει σε πολλά εδάφια τις εικόνες της αόρατης Θεότητας [29].

Η περιστερά ως σύμβολο του Αγίου Πνεύματος χρησιμοποιείται από παλιά ως σύμβολο στην εκκλησιαστική διακοσμητική, όχι όμως στην εικονογραφία, όπου οι μορφές δε χρησιμοποιούνται ως σύμβολα αλλά ως ομοιώσεις. Η απεικόνιση του Αγίου Πνεύματος ως περιστεριού επιτρέπεται μόνο στην εικόνα των Θεοφανείων, όπου το Άγιο Πνεύμα εμφανίστηκε "εν είδει περιστεράς" ή "ωσεί περιστερά", αλλά δεν έγινε περιστέρι. Επιτρέπεται επίσης η απεικόνιση της καθόδου του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή, όταν "διεμεριζόμενοι γλώσσαι ωσεί πυρός" ήρθαν και στάθηκαν πάνω στα κεφάλια των Αποστόλων,(Πράξεις β΄: 3). Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία η ενσάρκωση του Λόγου δίνει τη δυνατότητα απεικόνισης μόνο του Υιού, και μόνο κατά την ανθρώπινη φύση του.

Η αναφορά του Πηδαλίου στο επιτρεπτό της απεικόνισης του Πατρός με την ίδια μορφή του ασπρομάλλη Παλαιού των Ημερών, την οποία φέρει κατά την Ορθόδοξη πίστη ο Υιός, εξηγείται από το Χριστιανικό δόγμα ότι ο Υιός είναι "εικών του Θεού του αοράτου" και "χαρακτήρ της υποστάσεως" του Πατρός, συνεπώς ως εικόνα Εκείνου, φυσικό είναι να απεικονίζεται και ο Πατήρ ως Παλαιός των Ημερών, όπως η εικόνα Του ο Υιός. Κατά τον λόγον του Κυρίου: "Όστις είδε εμέ είδε τον Πατέρα".

Η μόνη επιτρεπτή εικονογράφηση της Αγίας Τριάδας είναι η συμβολική επίσκεψη των τριών Αγγέλων που φιλοξένησε ο Αβράαμ.

Παραπομπές-σημειώσεις

  • Ιωάννου Ρωμανίδου, «Συμβολική και Δογματική Θεολογία», Τόμος Α΄, σελίς 128
  • Ιωάννου Ρωμανίδου, «Συμβολική και Δογματική Θεολογία», Τόμος Α΄, σελίς 203
  • Ιωάννου Ρωμανίδου, «Συμβολική και Δογματική Θεολογία», Τόμος Α΄, σελίς 128
  • Ιωάννου Ρωμανίδου, «Συμβολική και Δογματική Θεολογία», Τόμος Α΄, σελίς 250
  • Ιωάννου Ρωμανίδου, «Συμβολική και Δογματική Θεολογία», Τόμος Α΄, σελίς 240
  • Ιωάννου Ρωμανίδου, «Συμβολική και Δογματική Θεολογία», Τόμος Α΄, σελίς 240
  • Είναι πολύ σημαντικό να τονίζεται η αποκλειστικότητα των υποστατικών ιδιωμάτων, διότι οι Ρωμαιοκαθολικοί κατήργησαν αυτές λέγοντας πως το Άγιο Πνεύμα προέρχεται εκ δύο, δηλαδή Πατέρα και Υιό, με αποτέλεσμα να θεωρούν αίτιο και τον Υιό
  • Ιωάννου Ρωμανίδου, «Συμβολική και Δογματική Θεολογία», Τόμος Α΄, σελίς 239
  • Ιωάννου Ρωμανίδου, «Συμβολική και Δογματική Θεολογία», Τόμος Α΄, σελίς 236
  • Θεοδώρου Ανδρέας, "Βασική Δογματική Διδασκαλία - Απαντήσεις σε ερωτήματα Σωτηριολογικά", Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2006, σελ. 158.
  • Ματσούκας Α. Νίκος, "Δογματική και Συμβολική θεολογία", τόμ. Β΄, 2η έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 94.
  • Ματσούκας Α. Νίκος, "Δογματική και Συμβολική θεολογία"', τόμ. Γ΄, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 82.
  • Ματσούκας Α. Νίκος, "Δογματική...", τόμ. Γ΄, ό.π., σελ. 89.
  • Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεωςPG 94,849."
  • Μετάφραση από το: Δαμασκηνός Ιωάννης, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως (μτφρ. Ν. Ματσούκα), Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 61-62. Στο πρωτότυπο: "Και δια τον πατέρα, τουτέστιν δια το είναι τον πατέρα, έστιν ο υιος και το πνεύμα. Και δια τον πατέρα έχει ο υιος και το πνεύμα πάντα, α έχει" (PG 94,824).
  • Θεοδώρου Ανδρέας, "Η Ουσία της Ορθοδοξίας" 2η έκδ. βελτιωμένη, εκδ. Παρουσία, Αθήνα 1998, σελ. 51.
  • Βλ. Δαμασκηνός Ιωάννης, "Έκδοσις ακριβής...", ό.π., σελ. 51. PG 94,812.
  • Ματσούκας Α. Νίκος, "Δογματική...", τόμ. Γ΄, ό.π., σελ. 89.
  • Μαρτζέλος Γεώργιος, "Ουσία και ενέργειαι του Θεού κατά τον Μέγαν Βασίλειον", Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 91.
  • Ματσούκας Α. Νίκος, "Δογματική...", τόμ. Β΄, ό.π., σελ. 95.
  • Θεοδώρου Ανδρέας, "Βασική Δογματική Διδασκαλία - Απαντήσεις σε ερωτήματα Σωτηριολογικά", Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2006, σελ. 158.
  • Ματσούκας Α. Νίκος, "Δογματική...", τόμ. Β΄, ό.π., σελ. 97, σημ. #56.
  • Φλορόφσκυ Γεώργιος, "Οι Ανατολικοί Πατέρες του Τέταρτου αιώνα", Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 151-152.
  • Φλορόφσκυ Γεώργιος, "Οι Ανατολικοί Πατέρες...", ό.π., σελ. 152.
  • Δευτερονόμιον 4:35, κατά Ματθαίον 6:9, Κορινθίους Α 8:6, Εφεσίους 3:14-15
  • κατά Ιωάννην 5:18, κατά Ιωάννην 20:27-28, κατά Ιωάννην 10:30,33, Ρωμαίους 9:5, Κορινθίους Α 8:6, Φιλιππησίους 2:6 Κολοσσαείς 2:9, Τιμόθεον Α 2:13, Τιμόθεον Α 3:16 Εβραίους 1:3, Εβραίους 1:8, Πέτρου Β 1:1, Ιωάννου Α 5:20
  • Γένεσις 1:2, ψαλμοι 139:7, Ησαΐας 9:6, κατά Ιωάννην 4:24, Πράξεις 5:3-4, Κορινθίους Α 12:11, Κορινθίους Β 3:17+κατά Ματθαίον 22:44 ψαλμοι 95:7-11+Εβραίους3:7-11 κατά Ματθαίον 12:31
  • Η φράση αυτή είναι πιθανόν μεταγενέστερη προσθήκη. Διάβασε Ιωάννειο κόμμα
  • Σχετικά εδάφια: "ούκ είδετε ομοίωμα εν τη ημέρα, ή ελάλησε Κύριος πρός υμάς εκ μέσου του πυρός" (Δευτ. δ΄: 15-17). "Γένος ούν υπάρχοντες του Θεού ουκ οφείλομεν νομίζειν χρυσώ ή αργύρω ή λίθω, χαράγματι τέχνης και ενθυμήσεως ανθρώπου, το θείον είναι όμοιον" (Πράξεις ιζ΄: 29) "Τίνι ωμοιώσατε Κύριον και τίνι ομοιώματι ωμοιώσατε αυτόν;" (Ησαϊα μ΄: 18). “Ουχ ότι τον Πατέρα τις εώρακεν”. (Ιω. στ΄: 46). “Τις εώρακεν αυτόν και εκδιηγήσεται;” (Σοφία Σειράχ μγ΄: 31). “Όν είδεν ουδείς ανθρώπων ουδέ ιδείν δύναται”. (Τιμ. Α΄, στ΄: 16). “Θεόν ουδείς εώρακε πόποτε”. (Ιω. α΄: 18)

ΑΠΟ ΤΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ orthodoxwiki.org


Θεός Πατήρ

Θεός-Πατήρ ως προς τη μοναδική και καθαρά μεταφυσική σχέση πατρότητας προς τον Μονογενή του Υιό, ονομάζεται το πρώτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας[1], Αυτός ο οποίος γεννά από την ουσία του τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα[2], ως μοναδικό Αίτιο του τρόπου ύπαρξης της Αγίας Τριάδας.

Στην Παλαιά Διαθήκη[3]

Αρχικά, η θεία πατρότητα έγινε κατανοητή προπάντων σε μια συλλογική και ιστορική προοπτική, καθώς ο Θεός αποκαλύφθηκε ως πατέρας του Ισραήλ την ώρα της Εξόδου, δείχνοντας ότι είναι ο προστάτης[4], ο τροφός του[5] και ο κύριος του[6]. Οι προφήτες Ωσηέ και Ιερεμίας διατηρούν την ιδέα αυτή και συγχρόνως την πλουτίζουν, υπογραμμίζοντας την απέραντη στοργή του Πατέρα-Γιαχβέ[7]. Από την περίοδο της εξορίας, συνεχίζεται η επεξεργασία του ίδιου θέματος της πατρότητας του Θεού, μιας πατρότητας που στηρίζεται στην εκλογή[8].

Στην Καινή Διαθήκη

Ο Πατήρ στην Κ.Δ., είναι το πρόσωπο του οποίου η φωνή ακούγεται στον Ιορδάνη και στο Όρος Θαβώρ"Ούτος εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα"[9] και είναι Εκείνος που αποκαλύπτει στον Απόστολο Πέτρο την υπερφυσική αλήθεια, ώστε να αναφωνήσει "συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος"[10]. Τον Θεό-Πατέρα γνωρίζει τελείως μόνον ο Υιός[11]. Ο Θεός ως Πατέρας, αποκαλύπτεται στην Καινή Διαθήκη κάτω από νέο φως και παρουσιάζεται όχι μόνο ως δημιουργός ή ως Πατέρας ενός ορισμένου λαού, αλλά ως Πατέρας χωρίς διακρίσεις Ιουδαίων και εθνικών, και με έννοια ηθική, ως Πατέρας εκείνων που αγαπούν την αλήθεια, εκείνων που έχουν αναγεννηθεί υπό του Αγίου Πνεύματος, αλλά και των μετανοούντων που επιστρέφουν, καθώς πάλι "καθίσταται Πατήρ...εν ταις καρδίαις αυτών"[12].

Εικονογραφία

Η Αγία Γραφή διδάσκει ότι "θεόν ουδείς εώρακε πώποτε" (Ιω. α' 18)" και για το λόγο αυτό[13]"ο ορθός τρόπος απεικόνισης της Αγίας Τριάδας, κατά την ορθόδοξη εικονογραφία, είναι η αναφορά στη θεοφάνεια με τη Φιλοξενία του Αβραάμ. Ο τύπος, που απεικονίζει τον Πατέρα σαν γέροντα, τον Υιό σαν ώριμο άνδρα και δίπλα το Άγιο Πνεύμα, υιοθετήθηκε μετά την Άλωση από επίδραση της δυτικής τεχνοτροπίας"[14]. Αυτό προκύπτει και από τα πρακτικά της 'Εβδομης Οικουμενικής Συνόδου"η φύσις της Αγίας Τριάδος ως ανείδεος και αόρατος, ουκ εικονίζεται"[15].

Δογματική

Σύμφωνα με το Ορθόδοξο δόγμα, o Πατήρ στην Αγία Τριάδα είναι η πηγαία θεότητα, η αρχή της θεότητας. Από την άποψη αυτή είναι άναρχος, δεν έχει αρχή, προέλευση. Είναι επίσης άναρχος, με έννοια χρονική, ή αλλιώς αΐδιος[16]. Το γεγονός ότι είναι αγένητος και άναρχος, χωρίς πηγή προελεύσεως, ότι είναι αυθύπαρκτος χωρίς να γεννάται από κανέναν και παρέχοντας τη δική του θεότητα στα δύο άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας (με τη γέννηση του Υιού και την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος), αποτελεί το Υποστατικό Ιδίωμα του Πατέρα[17]. Τα Υποστατικά Ιδιώματα που είναι αυστηρώς προσωπικά, για κάθε πρόσωπο της Τριάδας και δεν μπορούν να μεταδοθούν από το ένα πρόσωπο στα άλλα[18], είναι τα μόνα τα οποία δεν είναι κοινά στις τρεις υποστάσεις[19].

Οι σχέσεις του Πατέρα προς τα άλλα δύο πρόσωπα της Τριάδας, δεν εμπεριέχουν έννοια ανωτερότητας ή υποταγής[20], ούτε και την έννοια του χρόνου[21]"Δεν υπήρχε διάστημα, κατά το οποίο υπήρχε ο Πατέρας, χωρίς να υπάρχει ο Υιός...δεν θα μπορούσε άλλωστε να ονομαστεί Πατέρας χωρίς τον Υιό"[22]. Εξάλλου αν θεωρήσουμε ότι υπήρχε διάστημα κατά το οποίο δεν είχε Υιό, αυτό θα σήμαινε ότι έγινε Πατέρας μετά, και κατά συνέπεια "αλλοιώθηκε από το να μη είναι Πατέρας στο να γίνει Πατέρας, πράγμα που ξεπερνά τα όρια κάθε βλασφημίας"[23], καθώς "η τροπή και η αλλοίωση" υπάρχει μόνο στα κτίσματα (τα δημιουργήματα του Θεού), εξαιτίας της κίνησης τους μέσα στο χρόνο. Κατά συνέπεια, η Πατρότητα, όπως και κάθε άλλη σχέση μέσα στην Αγία Τριάδα, είναι αΐδιοςαιώνια, και άχρονη, δηλ. έξω από τον χρόνο όπως τον γνωρίζουμε εμείς. Ο χρόνος είναι συμφυής μόνο με την κτιστή πραγματικότητα[24]. Στη σχέση του με αυτή την πραγματικότητα και μέσα στην "ετερότητα των διαφορετικών έργων των τριών προσώπων, ο Πατέρας είναι προκαταρκτική αιτία κάθε σχέσης προς την κτίση" (ενώ ο Υιός αποκαλύπτει την Τριάδα, πραγματώνοντας το δημιουργικό και απολυτρωτικό έργο, το οποίο τελειώνει το Άγιο Πνεύμα)[25].

Υποσημειώσεις

·  Τρεμπέλας Ν. Παν., Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α', 3η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήνα 1997, σελ. 247.

·  Ματσούκας Α. Νίκος, Δογματική και Συμβολική θεολογία, τόμ. Β', 2η έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 91.

· Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας, (μτφρ. από τα Γαλλικά με εποπτεία Σάββα Αγουρίδη, Σταύρου Βαρτανιάν), Άρτος Ζωής, Αθήνα 1980, στ. 788.

· Έξοδ. 4:22.

· Αριθμ. 11:12-18.

· Δευτ. 14:1-2.

· Ωσ. 11:3 κ.ε., Ιερ. 3:19.

· Ησ. 45:10 κ.ε., 63:16Τωβ. 13:4Μαλ 1:6. 3:17.

· Μάρκ. 1:11Ματθ. 3:1717:5Λουκ. 3:22.

· Ματθ. 16:16-17.

· Ματθ. 11:27Λουκ. 10:22.

· Τρεμπέλας Ν. Παν., Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α', 3η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήνα 1997, σελ. 246-247.

· "Εικονογραφία Βυζαντινή", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 5, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1964, στ. 375.

· Ματσούκας, Δογματική..., Β', ό.π., σελ. 60, υποσημ. #18.

· Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον (ακριβής ανατύπωσις της γ' εκδόσεως του 1864), εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 321.

·  Θεοδώρου Ανδρέας, Βασική Δογματική Διδασκαλία - Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, 2η έκδ., Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2006, σελ. 31. ·  Ό.π., σελ. 32.

·  ·  Ό.π..

·  Ρωμανίδης Σ. Ιωάννης, Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α', Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999 (c1973), σελ. 239.

 ·  Θεοδώρου, στο ίδιο, σελ. 32.

·  Ό.π., σελ. 31.

·  Δαμασκηνός Ιωάννης, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως (μτφρ. Ν. Ματσούκα), Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 51.

·  Ό.π..

·  Ματσούκας Α. Νίκος, Επιστήμη, φιλοσοφία και θεολογία στην Εξαήμερο του Μ. Βασιλείου, (Φιλοσοφική και Θεολογική Βιβλιοθήκη #10), 2η έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 154.

ΑΠΟ ΤΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ orthodoxwiki.org


Ιησούς Χριστός

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, που σαρκώθηκε, ως τέλειος άνθρωπος, όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, και ως Θεάνθρωπος, με το Πάθος και την Ανάστασή του έσωσε το ανθρώπινο γένος από την αμαρτία, τη φθορά και τον πνευματικό θάνατο. Το νόημα της Σωτηρίας αυτής "δεν ήταν άλλο από το ότι η στενή κοινωνία μεταξύ Θεού και ανθρώπου αποκαταστάθηκε"[1]. Κορυφαίο γεγονός στο λυτρωτικό έργο του Χριστού είναι η Ανάσταση Του, χωρίς την οποία ακυρώνεται η χριστιανική πίστη εξ ολοκλήρου: "ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών" (Α' Κορ. 15:14)[2].

Ο Ιησούς Χριστός

  • Το ελληνικό όνομα Ιησούς (λατ.:Jesus) αποδίδει το εβραϊκό Jeshua, συντετμημένη μορφή του ονόματος Jehoshua. H λέξη αυτή αποτελείται από το θείο όνομα Yahweh (Γιαχβέ) στη συντομευμένη μορφή του Yah-Yeho και από το shua, και συνολικά σημαίνει "ο Γιαχβέ είναι σωτηρία".
  • Ο όρος Χριστός προέρχεται από το χρίω, και είναι αντίστοιχος προς το εβραϊκό Masiah (Μεσσίας), με έννοια, γενικά, της χρίσεως κάποιου για υψηλό θρησκευτικο-κοινωνικό λειτούργημα: ιερέα, προφήτη ή βασιλέα[3].

Στην Παλαιά Διαθήκη

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός προεξαγγέλεται στην Παλαιά Διαθήκη από τους Προφήτες, ως Μεσσίας Χριστός, υιός Δαβίδ και Υιός ανθρώπου, κεχρισμένος Προφήτης, Βασιλέας και Αιώνιος Αρχιερέας, τονίζεται η θεία καταγωγή του και το μέγιστο έργο της σωτηρίας πάντων των ανθρώπων. Στις θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Χριστός, ως άσαρκος Λόγος, φανερώνει την Αγία Τριάδα[5] και για τους Πατέρες της Εκκλησίας, ο Ιησούς Χριστός είναι Γιαχβέ[6], ταυτόχρονα είναι ο Γιαχβέ[7] ή ακριβέστερα "ο Ιησούς Χριστός είνε ο Γιαχβέ Υιός"[8] ή αλλιώς ο Γιαχβέ-Λόγος[9], δηλ. "ο Χριστός είναι Γιαχβέ και αυτός, ως ο Πατήρ του"[10].

Στην Καινή Διαθήκη

Παρουσιάζεται στην Καινή Διαθήκη ως έχων το θείο μεγαλείο του Λυτρωτή και κηρύσσεται από τον ίδιο τον Πατέρα ως ο Υιός αυτού ο αγαπητός, τοποθετείται υπεράνω του Μωϋσή και του Ηλία, προσφωνείται από τον Δαβίδ Κύριος, εμφανίζεται υπεράνω των Προφητών και των Αγγέλων, ως υπέρτατος Νομοθέτης και Κριτής, κάτοχος υψίστων εξουσιών. Ζητά οι οπαδοί του να βαπτίζονται στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Βεβαιώνει ότι γνωρίζει τον Πατέρα και ο Πατέρας γνωρίζει Εκείνον και προαναγγέλλει ότι θα έλθη καθήμενος εκ δεξιών του Θεού. Αυτός είναι "ο μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός", ο "ελθών εκ του ουρανού εις την γην" και συγχρόνως "ων εν τω ουρανώ" "πριν Αβραάμ γενέσθαι". Αυτός και ο Πατέρας είναι ένα. Όπως βεβαιώνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο Υιός υπήρχε πριν γίνει ο κόσμος, ως ο συναΐδιος του Πατρός Λόγος και ως Θεός τέλειος, ως το Α καί τό Ω, ως η αρχή και το τέλος του παντός.

Ο Απόστολος Παύλος Τον χαρακτηρίζει ως τον όντα επί πάντων Θεόν, ως τον πρωτότοκο, τον γεννηθέντα από τον Πατέρα προ πάσης της κτίσεως, ως εν μορφή Θεού υπάρχοντα και κενώσαντα εαυτόν, ώστε να εισέλθει στο πεδίο της ζωής και να λάβει μορφή δούλου, ως Εκείνον που εξαγόρασε με το αίμα Του, αίμα Θεού, την Εκκλησία, και ως εκείνον που μέσω αυτού τα πάντα δημιουργήθηκαν.

Ο Ιησούς Χριστός ως "ο Θεός" στην Καινή Διαθήκη

Σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη όπως ερμηνεύτηκε από την Εκκλησία, ο Ιησούς Χριστός διακηρύσσεται σαφέστατα ως «Θεός» αλλά και ως «ο Θεός» (με άρθρο), όπως για παράδειγμα στην Προς Τίτον επιστολή:

«Προσδεχόμενοι την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» (Τίτ. 2,13).

Όπως σημειώνει ο καθ. Γεώργιος Γαλίτης, στο εδάφιο αυτό «δεν νοούνται δύο πρόσωπα, ο Θεός και ο Χριστός [...] αλλά ένα, ο Χριστός, όπως συμπεραίνεται από το ένα και μόνο άρθρο που χρησιμοποιείται»[11]. Κατά συνέπεια, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι το εδάφιο μιλάει για ένα μόνο πρόσωπο, τον Χριστό, όπως ακριβώς κατανοούμε ένα μόνο πρόσωπο, τον Πατέρα, όταν διαβάζουμε εδάφια όπως τα παρακάτω που χρησιμοποιούν ένα μόνο άρθρο:

«τον Θεόν και Πατέρα» (Ρωμ. 15,6), «τω Θεώ και Πατρί» (Α΄ Κορ. 15,24), «ο Θεός και Πατήρ» (Β' Κορ. 1,3), «ο Θεός και Πατήρ» (Β' Κορ. 11,31), «του Θεού και Πατρός» (Γαλ. 1,4), «τω Θεώ και Πατρί» (Εφ. 5,20), «Τω δε Θεώ και Πατρί» (Φιλ. 4,20), «του Θεού και Πατρός» (Α' Θεσ. 1,3), «ο Θεός και Πατήρ» (Α' Θεσ. 3,11), «του Θεού και Πατρός» (Α' Θεσ. 3,13), «τω Θεώ και Πατρί» (Αποκ. 1,6).

Εκτός αυτού όμως, «πάντοτε στην Κ. Διαθήκη γίνεται λόγος για δεύτερη παρουσία και επιφάνεια του Χριστού, και όχι του Θεού και του Χριστού [...] Στον στίχο αυτό οι Πατέρες είδαν να κηρύττεται η θεότητα του Χριστού και η ισότητά του προς τον Πατέρα»[12].

Αναλόγου περιεχομένου εδάφια που μαρτυρούν τη θεότητα του Χριστού είναι επίσης:

  1. «Και Θεός ην ο Λόγος» (Ιω. 1,1).
  2. «Καί απεκρίθη Θωμάς...Ο Κύριός μου καί ο Θεός μου» (Ιω. 20,28). Μάλιστα, ο Ιησούς εδώ δεν αρνείται την προσφώνηση του Θωμά αλλά απλώς απαντά: «Ότι εώρακάς με, πεπίστευκας».
  3. «Την εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού ήν περιεποιήσατο διά του ιδίου αίματος» (Πράξ. 20,28). Εδώ, ο «Κύριος και Θεός» που γνωρίζουμε ότι μάτωσε, είναι ο Χριστός κατά τη Σταύρωση.
  4. «Ο χριστός το κατά σάρκα, ο ών επί πάντων Θεός ευλογητός εις τους αιώνας» (Ρωμ. 9,5).
  5. «Ος εν μορφή Θεού υπάρχων, ουχ αρπαγμόν ηγήσατο τό είναι ίσα Θεώ» (Φιλ. 2,6).
  6. «Ότι εν αυτώ κατοικεί παν το Πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς» (Κολ. 2,9).
  7. «Κατά την χάριν του Θεού ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού» (Β' Θεσ. 1,12).
  8. «Προς δε τον Υιόν, "Ο θρόνος σου, ο Θεός, εις τον αιώνα τού αιώνος"» (Εβρ. 1,8).
  9. «Εν δικαιοσύνη του Θεού ημών και Σωτήρος Ιησού Χριστού» (Β' Πέτρ. 1,1).
  10. «Έλυεν τό σάββατον...ίσον εαυτόν ποιών τω θεώ» (Ιω. 5,18). Το εδάφιο αυτό φανερώνει ότι τη διακήρυξη ισοθεΐας του Ιησού την αντιλαμβάνονταν και στο περιβάλλον του.
  11. «Εγώ και ο πατήρ έν εσμεν» (Ιω. 10,30). Μάλιστα, στο άκουσμα των λόγων αυτών, οι Ιουδαίοι αντιλαμβάνονται διακήρυξη ισοθεΐας, και ετοιμάζονται να επιτεθούν στον Χριστό, λέγοντας: «συ...ποιείς σεαυτόν θεόν» (Ιω. 10,33).

Στην Ιερά Παράδοση

Όλη η αλήθεια για τον Χριστό, την οποία μαρτύρησε και ομολόγησε και ο ίδιος έχοντας πλήρη συνείδηση αυτής, διακηρύχθηκε από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, κληροδοτήθηκε στην Εκκλησία εξ αρχής και μεταδόθηκε μέσω των Αγίων, των Μαρτύρων, των Αποστολικών Πατέρων, των Απολογητών και των επόμενων εκκλησιαστικών συγγραφέων και Πατέρων. Έτσι, "σύμπασα η αρχαία Εκκλησία", η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ομολογεί και κηρύττει διαμέσου των αιώνων και χωρίς διακοπή, Ιησού Χριστό Υιό του Θεού Μονογενή, ομοούσιο και συναΐδιο του Πατρός, πολύ πριν από την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας. Και αυτό συμβαίνει επειδή "ό,τι υπάρχει ως αλήθεια στην Εκκλησία" υφίσταται ίδιο και απαράλαχτο "από τον Α' αιώνα μέχρι σήμερα", αφού "κάθε αποκεκαλυμμένη διδασκαλία είναι έργο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου", σωτηρία που "συντελείται αυθεντικά σε όλες τις εποχές". Άρα δεν είναι δυνατόν να δεχτούμε ότι η πίστη της Εκκλησίας υπόκειται σε οποιαδήποτε βελτίωση ή αύξηση με την πάροδο του χρόνου ή ότι με το πέρασμα του χρόνου "προστίθενται και νέαι αλήθειαι μη υπάρχουσαι πρότερον εν τη Εκκλησία"[13], και κατά συνέπεια, κάθε δογματική διατύπωση και διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων "...ουχί μεταβολή εστίν εκ του χείρονος προς το βέλτιον, αλλά συμπλήρωσις του λείποντος κατά την προσθήκην της γνώσεως"[14]. Για παράδειγμα, "η λέξις «ομοούσιος» δεν υπάρχει εις την Αγίαν Γραφήν ούτε εις τας πρώτας ομολογίας πίστεως. Ποίος όμως δύναται να ισχυρισθή ότι η πρώτη Εκκλησία αμφέβαλλε περί της θεότητος του Κυρίου; Ο Μέγας Αθανάσιος εις το «Περί της εν Νικαία Συνόδου» έργον του αναγράφει: «εγώ μεν γαρ την αιτίαν και την διάνοιαν, καθ' ην η σύνοδος το εκ της ουσίας και το ομοούσιον συμφώνως τοις εκ των Γραφών και του Σωτήρος ειρημένοις και όσοι πρό αυτών εξέθεντο πατέρες και έγραψαν διηγησάμην» (ΒΕΠ 31, 169)"[15].

Χριστολογία

Ο Ιησούς Χριστός
Aπεικόνιση εγκαυστικής τέχνης

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός υπάρχει με δύο φύσεις -ως τέλειος Άνθρωπος (απόλυτα αναμάρτητος) και τέλειος Θεός- και ένα πρόσωπο, αυτό του αΐδιου Λόγου, του μονογενούς Υιού του Θεού, του γεννηθέντα αχρόνως από την ουσία του Πατρός. Η ένωση των δύο φύσεων έγινε στη μήτρα της Παναγίας Παρθένου, όπου η δύναμη του Θεού εμόρφωσε το έμβρυο, με το οποίο ενώθηκε αμέσως ο Λόγος του Θεού, χωρίς η ανθρώπινη φύση να υπάρξει στη ζωή έστω και μία χρονική στιγμή εκτός ενώσεως, ως πρόσωπο ξεχωριστό. Πρόσωπο (ή Υπόσταση) υπήρξε μόνο ένα (μία), αυτό του Λόγου του Θεού (γι αυτό η ένωση των φύσεων ονομάζεται "Υποστατική"), ενώ οι δύο φύσεις δεν επηρέασαν διόλου η μία την ποιότητα της άλλης, και παρέμειναν πλήρεις χωρίς στο εξής ν' αποχωρίζονται η μία από την άλλη. Έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει ότι, οι δύο φύσεις ενώθηκαν "ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως".

Ο Χριστός είχε δύο φυσικά θελήματα και δύο ενέργειες. Ήθελε και ενεργούσε ενιαία και ως άνθρωπος και ως Θεός χωρίς η μία του ενέργεια να αντιτίθεται προς την άλλη. Μάλιστα, το ανθρώπινο θέλημα, χωρίς να αντιμάχεται και να εναντιώνεται, είναι αυτό που υποτάσσεται στο θείο, κατά τον τρόπο που εξαιτίας της Υποστατικής ενώσεως, η ανθρώπινη φύση ενωμένη με τη θεία, θεώθηκε.

Από την ένωση των δύο φύσεων του Χριστού προκύπτει η έννοια της "αντιδόσεως των ιδιωμάτων", δηλ. η αναφορά όλων των ιδιοτήτων, ενεργειών και ονομάτων της θεότητας και της ανθρωπότητας, στο ένα πρόσωπο, του σαρκωμένου Λόγου. Αυτό σημαίνει ότι κάθε ιδιότητα και ενέργεια, είτε ανθρώπινη, είτε Θεία, και όλα τα ονόματα, τα Θεία και τα ανθρώπινα, αποδίδονται στον Χριστό ή το Λόγο, εφ' όσον ο Χριστός και ο Λόγος είναι ένα και το αυτό κατά την υπόσταση. Για παράδειγμα, τα ονόματα Προφήτης και Ιερεύς αφορούν την ανθρώπινη φύση, όμως εξαιτίας της αντιδόσεως των ιδιωμάτων, αποδίδονται στον Λόγο. Έτσι και ο Κύριος της Δόξης, εφόσον κατά τη σάρκωση έγινε Χριστός, αναδρομικά, το όνομα Χριστός αναφέρεται και στον Θεό-Λόγο, των Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ της Παλαιάς Διαθήκης.

Σχετικά με τον όρο Θεοτόκος που αποτελεί συνοπτική εκφορά του χριστολογικού δόγματος, η Ορθόδοξη Θεολογία δέχεται ότι η Παναγία γέννησε, όχι ασφαλώς τη θεία φύση του Χριστού, αλλά το Θεό "σαρκί", τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο. Οι δύο σαφείς και ξεχωριστές γεννήσεις του Χριστού, μία ως αΐδιος Υιός του Θεού και μία ως Υιός της Παρθένου δεν σημαίνουν ότι είχε και δύο υιότητες (εκδοχή του Νεστοριανισμού). Δεν ήταν Υιός Θεού και Υιός της Παρθένου ξεχωριστά, αφού αυτό θα σήμαινε ότι είχε δύο πρόσωπα. Ο Χριστός είχε ένα και μόνο πρόσωπο, στο οποίο πρέπει μία λατρεία και μία προσκύνηση.

Ο Ιησούς Χριστός σύμφωνα με την Αγία Γραφή είναι...

  • Άγιος, άμωμος: Μάρκ. 1:24. Λουκ. 1:35, 4:34. Πράξ. 3:14, 4:30. Eβρ. 5:14. Α' Πέτρ. 1:19. Α' Ιωάν. 2:20, 3:3. Αποκ. 3:7.
  • Άμπελος: Ιωάν. 15:1, 5.
  • Άνθρωπος (έχει φυσικά και αδιάβλητα πάθη[18]): Ματθ. 4:2, 13:55-56, 19:17, 21:18, 26:37, 39, 42, 27:46. Μάρκ. 3:5, 6:3, 8:34, 10:18, 11:12, 14:33-36. Ιωάν. 8:14, 12:27, 13:21. Ρωμ. 5:15. Α' Κορ. 15:47-49. Εβρ. 5:7.
  • Όσιος: Εβρ. 7:26.
  • Α και Ω: Κολ. 1:16-17. Αποκ. 22:13.
  • Αΐδιος | αιώνιος | άναρχος | άχρονος: Λουκ. 1:33. Ιωάν. 1:15, 27, 17:5. Κολ. 1:16. Εβρ. 1:2, 7:3. Αποκ. 1:17-18.
  • (Εκείνος που) Αίρει τας αμαρτίας: Ιωάν. 1:29.
  • Αδάμ νέος: Ρωμ. 5:12 κ.ε. Α' Κορ. 15:45.
  • Αθάνατος: Ιωάν. 14:19. Πράξ. 2:24, 13:34-37. Ρωμ. 6:9-10.
  • Αλήθεια: Ιωάν. 14:6.
  • Αμνός: Ιερ. 11:19. Ιωάν. 1:29, 36. Πράξ. 8:32. Α' Πέτρ. 1:19. Αποκ. 5:6, 12.
  • Ανάσταση: Ιωάν. 11:25-26. Ρωμ. 6:9.
  • Αναλλοίωτος: Εβρ. 13:8.
  • Αναμάρτητος: Ησ. 53:9. Ιωάν. 8:46. Β' Κορ. 5:21. Εβρ. 4:15, 7:26. Α' Πέτρ. 2:22. Α' Ιωάν. 3:5.
  • Ανατολή: Ζαχ. 3:8, 6:12-13. Ησ. 41:2. Ιερ. 23:5. Λουκ. 1:8.
  • Αξιόπιστος: Β' Τιμ. 2:13.
  • (Εκείνος που) Απέθανε υπέρ ημών: Γαλ. 2:20. Εφ. 5:2. Α' Θεσ. 5:10. Τίτ. 2:14.
  • (Εκείνος που) Απέθανε υπέρ πάντων: Ρωμ. 8:32. Β' Κορ. 5:14-15. Α' Τιμ. 2:6.
  • (Εκείνος που) Απέθανε υπέρ της Εκκλησίας: Εφ. 5:25-27.
  • (Εκείνος που) Απέθανε υπέρ των αδυνάτων: Α' Κορ. 8:11.
  • (Εκείνος που) Απέθανε υπέρ τών αμαρτιών ημών: Γαλ. 1:4.
  • Αρχή: Κολ. 1:18. Αποκ. 3:14, 22:13.
  • Αρχηγός ζωής: Πράξ. 3:15.
  • Αρχηγός πίστεως: Εβρ. 12:2.
  • Αρχηγός σωτηρίας: Εβρ. 2:10.
  • Αρχηγός: Πράξ. 5:31:
  • Αρχιερεύς: Ζαχ. 5:13. Α' Κορ. 15:24. Εβρ. 2:17, 3:1-2, 4:14-16, 5:1-9, 7:23-28.
  • Βασιλεύς: Ησ. 9:7. Ιερ. 23:5. Λουκ. 1:32-33. Ιωάν. 18:33-37. Α' Κορ. 15:24-25. Εβρ.1:8. Αποκ. 17:14.
  • Δημιουργός: Ιωάν. 1:3, 10. Α' Κορ. 8:6. Εφ. 3:9. Κολ. 1:16. Εβρ. 1:2. Αποκ. 1:14.
  • (Εκείνος που) Δι' αυτού τα πάντα: Ιωάν. 1:3. Α' Κορ. 8:6. Κολ. 1:16.
  • Διδάσκαλος, καθηγητής: Ματθ. 7:28-29, 23:8,10. Μάρκ. 1:21-22, 6:2, 11:18. Λουκ. 4:22, 32. Ιωάν. 7:46, 13:13-14.
  • Δικαίωσις| αγιασμός| απολύτρωσις των πιστών: Α' Κορ. 1:30.
  • Δικαιοσύνη: Ψαλ. 84:12.
  • Δύναμις Θεού: Α' Κορ. 1:24.
  • Εικών Θεού: Β' Κορ. 4:4. Φιλ. 2:6. Κολ. 1:15. Εβρ. 1:3.
  • Ειρήνη| ειρηνοποιός: Ησ. 9:6. Ίεζ. λδ' 29 ¦ Λουκ. 2:14. Κολ. 1:20. Εβρ. 2:14.
  • Εκ γυναικός: Γαλ. 4:4.
  • Εκ σπέρματος Δαβίδ: Ιωάν. 7:42. Πράξ. 13:23. Ρωμ. 1:3. Β' Τιμ. 2:8. Αποκ. 5:5.
  • Εκλεκτός | ηγιασμένος του Πατρός: Λουκ. 23:35. Ιωάν. 10:36.
  • Ελεήμων: Εβρ. 2:17.
  • Ελευθερωτής: Ιωάν. 8:36-37.
  • Ελπίς εθνών: Ησ. 11:10. Ματθ. 12:21. Ρωμ. 15:12.
  • Εμμανουήλ: Ματθ. 1:23.
  • Εν ομοιώματι ανθρώπων: Φιλ. 2:7.
  • Επουράνιος: Α' Κορ. 15:47-49.
  • (Εκείνος που) Ζει: Β' Κορ. 13:4.
  • Ζωή | ζων | ζωοδότης: Ιωάν. 1:4, 5:21,26, 6:33-35, 50-51, 11:25, 14:6. Πράξ. 3:15. Α' Κορ. 15:22,45. Κολ. 3:4. Β' Τιμ. 1:10. Α' Ιωάν. 1:1-2, 5:11-12, 20. Αποκ. 1:17-18, 4:9-10.
  • Θαυματοποιός: Ματθ. 12:38-39, 16:1-4. Μάρκ. 8:11-13. Λουκ. 11:16, 23:8. Ιωάν. 2:18- 6:30-31. Α' Κορ. 1:22.
  • Θεός και o Θεός: Ιωάν. 1:1, 5:18, 10:33, 20:28. Πράξ. 20:28. Ρωμ. 9:5. Φιλ. 2:6. Κολ. 2:9. Β' Θεσ. 1:12. Τίτ. 2:13. Εβρ. 1:8. Β' Πέτρ. 1:1.
  • (Εκείνος που) Κάτέβηκε στον άδη: Πράξ. 2:31. Α' Πέτρ. 3:19-20, 4:6.
  • Καρδιογνώστης: Ματθ. 9:4. Μάρκ. 2:8. Λουκ. 5:22, 6:8. Ιωάν. 1:48, 2:24-25. Α' Κορ. 4:5.
  • (Εκείνος που) Κατήργησε τον θάνατο: Β' Τιμ. 1:10.
  • Κεφαλή της Εκκλησίας: Ματθ. 21:42. Α' Κορ. 11:3. Εφ. 1:22, 4:12,15-16· 5:23. Κολ. 1:18, 2:10, 18-19.
  • Κριτής: Ματθ. 16:27, 25:31-46. Λουκ. 21:36. Ιωάν. 3:17-18, 5:22-27, 30, 8:15-16, 12:47-48. Πράξ. 10:42, 17:31. Ρωμ. 2:16, 14:10. Α' Κορ. 4:4-5. Β' Κορ. 5:10. 2:Τιμ. 4:1,8. Αποκ. 22:12.
  • Κυβερνήτης: Κολ. 1:17. Εβρ. 1:3.
  • Κύριος: Ματθ. 2:2, 22:41-45. Μάρκ. 12:36-37. Λουκ. 19:38, 20:42, 23:2-3. Ιωάν. 13:13-14. Πράξ. 2:36, 10:36. Ρωμ. 1:4, 4:24, 5:1, 21, 10:12. Β' Κορ. 4:5. Εφ. 3:11. Κολ. 2:6, 3:24. Α' Θεσ. 1:1, 3:11,13. Α' Τιμ. 1:2. Β' Τιμ. 1:2. Αποκ. 17:14, 19:16.
  • Λόγος: Ιωάν. 1:1-5. Α' Ιωάν. 1:1-2, 2:13-14. Αποκ. 19:13.
  • Μεσίτης: Α' Τιμ. 2:5. Εβρ. 8:6, 9:15, 12:24.
  • Μεσσίας: Μιχ. 5:1-2. Ζαχ. 3:8, 6:12-13, 9:9-10. Μαλ. 4:1-6. Ησ. 11:1-10, 17:7. Ιεζ. 21:27, Δαν. 9:24-27. Ματθ. 11:2-6. Μάρκ. 1:24. Λουκ. 7:19-23. Ιωάν. 1:42, 4:25-26, 13:19. Πράξ. 3:20-21. Γαλ. 3:16-19. Α' Τιμ. 3:16.
  • (Εκείνος που) Μετά την Ανάσταση κατέστη άφθαρτος και αθάνατος: Πράξ. 13:34.
  • Νικητής του κόσμου: Ιωάν. 16:33.
  • Νυμφίος: Ματθ. 9:15. Μάρκ. 2:19-20. Λουκ. 5:34-35. Ιων. 3:29. Β' Κορ. 11:2.
  • Οδός: Ιωάν. 14:4-6.
  • Παντογνώστης: Ιωάν. 21:17.
  • Πηγή ζωής: Ιωάν. 6:57.
  • (Εκείνος που) Πληροί τα πάντα: Εφ. 1:23.
  • Ποιμήν: Μιχ. 5:3-8. Ιεζ. 34:23-25. Ματθ. 2:6, κς' 31. Μάρκ. 14:27. Λουκ. 15:1-7. Ιων. 10:6-11, 14-18, 26-28, 21:15-17. Εβρ. 13:20. Α' Πέτρ. 2:25, 5:4. Αποκ. 12:5, 19:15.
  • Πράος: Ζαχ. 9:9. Ματθ. 11:29, 12:19, 21:5. Β' Κορ. 10:1.
  • Προσκυνητός: Φιλ. 2:10.
  • Προφήτης (ο): Ματθ. 21:11. Λουκ. 24:19. Ιωάν. 4:19, 6:14, 7:40-53, 9:17. Πράξ. 3:22-23, 7:37.
  • Σημείον αντιλεγόμενον: Ματθ. 10:21-22, 34-38. Μάρκ. 13:12-13. Λουκ. 2:34' 11:30, 12:49-53. Ιωάν. 7:11-13, 40-52, 9:16. Πράξ. 14:4-5, 18:24-29. Ρωμ. 9:32-33. Α' Κορ. 1:18, 22-24. Β' Κορ. 2:15-17. Α' Πέτρ. 2:6-8.
  • Σκάνδαλον: Ματθ. 13:57. Λουκ. 2:34. Ρωμ. 9:33. Α' Κορ. 1:23. Γαλ. 5:11. Α' Πέτρ. 2:7.
  • Σοφία: Α' Κορ. 1:24, 30.
  • Σωτήρ: Ματθ. 1:21. Λουκ. 2:11. Ιωάν. 3:17, 4:42. Πράξ. 4:12' 5:31, 13:23,26-27. Εφ. 1:7. Φιλ. 3:20. Α' Τιμ. 1:15, 2:6. Β' Τιμ. 1:10. Τίτ. 1:4, 3:6. Β' Πέτρ. 1:2,11, 2:20, 3:2,18.
  • Σύνθρονος τω Πατρί: Πράξ. 7:56. Ρωμ. 8:34. Εφ. 1:20. Κολ. 3:1. Εβρ. 1:3, 8:1, 10:12, 12:2. Α' Πέτρ. 3:22. Αποκ. 5:13.
  • Τέκτων: Ματθ. 13:55. Μάρκ. 6:3.
  • Τέλειος: Εφ. 3:8.
  • Ταπεινός: Ματθ. 11:29, 20:28, 21:3-5. Φιλ. 2:7-8.
  • Το παν: Κολ. 3:11.
  • Υιός Θεού: Ματθ. 3:17, 12:18-21· 14:33. Μάρκ. 1:1, 3:11, 14:61-62, 15:39. Λουκ. 1:32, 3:22, 4:41, 9:35, 20:41-44. Ιωάν. 1:14, 18, 34, 50, 3:16-18, 34-35, 5:36-37, 6:69, 11:25, 20:31. Πράξ. 3:13, 4:30, 8:37, 9:20, 13:33. Ρωμ. 1:3-4, 8:32, 15:6. Α' Κορ. 1:9, 3:23. Β' Κορ. 1:3,19. Γαλ. 1:16, 2:20, 3:4-6. Κολ. 1:13-15. Α' Θεσ. 1:10. Εβρ. 1:4-13, 3:6, 4:14, 6:6. Α' Ιωάν. 1:3-4,7, 2:22-23, 3:8,23, 4:9-10,14-15, 5:5-6, 9-13,20. Β' Ιωάν. 3. Αποκ. 1:13-16.
  • Υιός ανθρωπου: Δαν. 7:13-14. Ματθ. 8:20, 17:9,12, 22, 20:28. Μάρκ. 8:31, 13:26, 14:21. Λουκ. 5:24, 7:34, 9:22, 12:8, 19:10, 21:27, Ιωάν. 1:52, 3:13-15, 4:6, 5:27, 12:34, 13:31. Πράξ. 7:55-56. Κολ. 2:9. Α' Τιμ. 2:5. Εβρ. 4:15.
  • Χορηγός ζωής καί αφθαρσίας: Β' :Τιμ. 1:10.
  • Χρηστός: Α' Πέτρ. 2:3.
  • Χριστός (κεχρισμένος): Πράξ. 2:36, 10:38.

Σύνοψη του επίγειου Βίου του Ιησού Χριστού

Το θαύμα του Παραλύτου

Για τα γεγονότα της γέννησης του Ιησού Χριστού, οι πληροφορίες προέρχονται κυρίως από τα τέσσερα Ευαγγέλια, τα κείμενα δηλ., που ονομάστηκαν έτσι επειδή περιείχαν το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Ιησού Χριστού, του Μεσσία και Σωτήρα. Τα τέσσερα Ευαγγέλια μαζί με άλλα 23 κείμενα-βιβλία που αναφέρονται στη ζωή και διδασκαλία του Ιησού και τη ζωή της πρώτης χριστιανικής κοινότητας, ονομάστηκαν Καινή Διαθήκη.

Σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, ο αρχάγγελος Γαβριήλ επισκέφθηκε την μέλουσα μητέρα του Ιησού, τη Θεοτόκο Μαρία και της είπε ότι θα φέρει στον κόσμο ένα ξεχωριστό παιδί, που θα ήταν ο Υιός του Θεού, και μάλιστα με έναν ξεχωριστό τρόπο αφού θα ερχόταν στον κόσμο όχι με τη συμβολή ανδρός, αλλά με την θαυματουργή δύναμη του Θεού και την έλευση του Αγίου Πνεύματος.

Έτσι, ο Ιησούς γεννήθηκε περίπου το 6 π.Χ. στη Βηθλεέμ, μια πόλη της Παλαιστίνης. Κατόπιν, η Παναγία και ο σύζυγός της Ιωσήφ, ένας πιστός άνθρωπος, μαραγκός στο επάγγελμα, πήραν τον Ιησού στην φτωχική κωμόπολη Ναζαρέτ και Εκείνος μεγάλωνε με τους γονείς του στη Ναζαρέτ ασκώντας το επάγγελμα του ξυλουργού όπως κι ο Ιωσήφ.

Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ή Πρόδρομος, είχε ξεκινήσει μια προσπάθεια να προετοιμάσει τον κόσμο για τον ερχομό του Μεσσία. Όταν ο Ιησούς ήταν περίπου 30 ετών, ο Ιωάννης τον βάπτισε μέσα στον Ιορδάνη ποταμό καθώς αναγνώρισε στο πρόσωπό του τον αναμενόμενο Μεσσία. Όχι πολύ αργότερα από το γεγονός αυτό, ο Ιησούς ξεχώρισε μια ομάδα 12 πιστών μαθητών οι οποίοι θα τον βοηθούσαν να διαδώσει το μήνυμά της Σωτηρίας. Ο Ιησούς κήρυξε στον κόσμο της υπαίθρου, στους ναούς και στις πόλεις και μίλησε για την εμπιστοσύνη που πρέπει να έχει άνθρωπος στο Θεό, δίδαξε τη συγχώρεση, την υιοθέτηση μιας στάσης ζωής που να αγκαλιάζει με αγάπη τον συνάνθρωπο και την οριστική λύτρωση του ανθρώπου από το κακό, την φθορά και τον θάνατο με την συμμετοχή του στην "Βασιλεία του θεού", στην αιώνια ζωή που συνεχίζεται μετά τον φυσικό θάνατο. Η διδασκαλία του, έκανε τον Ιησού σύντομα γνωστό και η φήμη του εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα, όχι μόνο στο βορρά και στις περιοχές της Γαλιλαίας άλλα και στο νότο με τα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην ιερή πόλη του Ιουδαϊσμού, στα Ιεροσόλυμα. Τα Ευαγγέλια περιγράφουν και τα πολλά και διάφορα θαύματα που έκανε ο Ιησούς όπως η ανάσταση νεκρών και η θεραπεία αρρώστων, ώστε να πιστέψουν οι άνθρωποι στο Ευαγγέλιο.

Το μήνυμα του Ιησού είχε μεγάλη επίδραση στους ακροατές του και πολλοί από αυτούς πίστεψαν ότι πράγματι αυτός ήταν ο Μεσσίας. Άλλοι πάλι θεώρησαν ότι απλά ήρθε να προετοιμάσει τον ερχομό του πραγματικού Μεσσία ενώ κάποιοι είπαν πως ήταν κάποιος παλιός προφήτης που ήρθε και πάλι στη γη για να διδάξει. Μια ομάδα Εβραίων θρησκευτικών ηγετών κατηγόρησε τον Ιησού επειδή τα Σάββατα, την ιερή ημέρα ανάπαυσης των Ιουδαίων, συνέχιζε την διδασκαλία του. Επίσης κάποιοι από αυτούς δυσανασχετούσαν επειδή ο Ιησούς πλησίαζε με καλοσύνη ανθρώπους που θεωρούνταν ανάξιοι και ασεβείς. Μια μερίδα από τους Εβραίους ηγέτες ανησύχησε μήπως αυτός, που πολλοί νόμιζαν για Μεσσία, ξεκινήσει κάποια εξέγερση ενάντια στους Ρωμαίους και έτσι υπάρξει αναταραχή. Έτσι, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πρέπει να θανατώσουν τον Ιησού και άρχισαν να ψάχνουν για οπαδούς του που θα ήταν πρόθυμοι να τον προδώσουν. Και βρήκαν τον μαθητή του Ιησού τον Ιούδα.


Άγιο Πνεύμα

Το Άγιο Πνεύμα είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, το οποίο εκπορεύεται εκ του Πατρός. Είναι ομοούσιο με τα πρόσωπα του Πατρός και του Υιού και κατά το Σύμβολο της Πίστεως "συνπροσκυνείται και συνδοξάζεται" με τον Πατέρα και με τον Υιό, ίσο κατά τη λατρεία και την τιμή. Το Άγιο Πνεύμα εμφανίζεται στην Καινή Διαθήκη εξ αρχής να μεταδίδει υπερφυσικά χαρίσματα, υποδηλώνοντας πως το Πνεύμα είναι προσωπικός παράγοντας Θείας δυνάμεως, ιδίως δε όταν υπό του Ιησού Χριστού μαρτυρείται πως η βλασφημία προς Αυτό, αποτελεί ασυγχώρητο αμάρτημα. Ταυτόχρονα στα χωρία της Αγίας Γραφής αποκαλείται ως "Παράκλητος"[1], ο οποίος θα έλθει να αντικαταστήσει "εν πάσι παρά τοις μαθηταίς", τον απερχόμενο ήδη Κύριο.

Στις επιστολές του απ. Παύλου, το Άγιο Πνεύμα παρουσιάζεται να ερευνά τα βάθη του θεού, να διαιρεί και να ενεργεί τα χαρίσματα στα μέλη της Εκκλησίας, να κατοικεί μέσα μας έχοντας ως ναό το σώμα μας, να μας αναγεννά και να μιλά μέσω των προφητών και των θεοπνεύστων ανδρών[2]. Πρέπει να τονιστεί πως η διδασκαλία περί του Αγίου Πνεύματος κηρύχθηκε από την εκκλησία από τα αποστολικά ακόμα έτη, αλλά έλαβε οριστική διατύπωση κατά την εποχή της Α΄ και Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, όταν και είχαν ανακύψει οι αμφισβητήσεις περί της Θεότητας του Αγίου Πνεύματος, υπό των πνευματομάχων, ιδίως δε των Ανομοίων και των Μακεδονιανών.

Η σχέση του Αγίου Πνεύματος με τον Πατέρα και τον Υιό

Το Άγιο Πνεύμα "εκπορεύεται αϊδίως[3] εκ του Πατρός"[4], και αποστέλλεται από τον Υιό, κατά την Θεία οικονομία, εν χρόνω στον κόσμο, τελειώνοντας το έργο της απολυτρώσεως, όπως ρητά αναφέρεται στο Ιωάν. 15:26[5]. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία, μόνο "ο Πατήρ αιτία εστί...του Πνεύματος"[6], και όχι και ο Υιός, όπως δογμάτισαν οι Ρωμαιοκαθολικοί με το Φιλιόκβε"Είνε προφανές, ότι το δι' Υιού οι Πατέρες ...δεν δύνανται να εννοώσιν, ως εννοούσιν αυτό οι Λατίνοι"[7].

Το Άγιο Πνεύμα έχει την αιτιατή αρχή του στον Πατέρα, με διαφορετικό τρόπο απ' ό,τι ο Υιός. Έτσι ο Υιός γεννάται προαιωνίως, ενώ το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται προαιωνίως εκ του Πατρός, τα οποία αποτελούν και τα λεγόμενα Υποστατικά Ιδιώματα τους, δηλ. οι μή κοινές ιδιότητες που έχουν οι υποστάσεις της Τριάδας. Έτσι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Υιού εκφαντορικώς, ως ενέργεια, αλλά δια του Πατρός υπαρκτικώς[8], δηλαδή φυσικώς. Είναι χαρακτηριστικό δε πως υπό το πρίσμα της Αυγουστίνιας θεολογίας, το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται υπαρκτικώς και από τον Υιό, καταργώντας τις ακοίνωτητες ιδιότητες της Αγίας Τριάδος, παρότι ο Γρηγόριος Νύσσης, αλλά και ο πνευματικός Πατήρ του Αυγουστίνου, Αμβρόσιος Μεδιολάνων διαφωνούν αναφέροντας πως το Άγιο Πνεύμα «εν τω μήτε μονογενώς εκ του Πατρός αποστήναι, και εν τω δι αυτού πεφηνέναι»[9], ενώ ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει, πως η διάκρισις των ιδιαζόντων (ακοινωνήτων) σημείων είναι ασύγχητος[10].

Γι'αυτό και ο ρόλος του Υιού στην ύπαρξη του Αγίου Πνεύματος δεν είναι σχέση αιτίας, αλλά συγκατάθεσης. Ο Γρηγόριος Νύσσης διευκρινίζει αυτή τη σχεση, με την εξής διάκριση «Η διαφορά Υιού και Πνεύματος ως προς την εμφάνιση στην ύπαρξη, στην έλευση, στην ύπαρξη αυτών των δύο, είναι ότι ο μεν Υιός προέρχεται προσεχώς (ήτις άμεσα) εκ του Πατρός, εκ του αιτίου, το δε Πνεύμα προέρχεται δι’ Εκείνου που προέρχεται προσεχώς, δηλαδή δια του Υιού». Έτσι τονίζει ότι «κατά αυτόν τον τρόπο, η μεσιτεία, η μεσολάβηση του Υιού στη θεία ζωή, στη θεία ύπαρξη διαφυλάττει την ιδιότητά Του ως Μονογενούς». Για να παραμείνει ο Υιός ως ο Μονογενής, πρέπει να Του αναγνωρίστεί το «προσεχώς», διότι αλλιώς θα είχαμε δύο Υιούς κατά κάποιο τρόπο. Ενώ δηλαδή η φυσική, η ουσιώδης σχέση του Πνεύματος προς τον Πατέρα δεν καταργείται, διότι στον Υιό υπάρχει όλη η θεία φύση και συνεπώς, ως προς τη φύση, κοινωνεί με τον Πατέρα και το Πνεύμα, έρχεται στην ύπαρξη δια της μεσολαβήσεως του Υιού. Αυτό δεν έχει σχέση με το Filioque στο επίπεδο της αϊδίου υπάρξεως του Θεού, γιατί τόσο ο Υιός όσο και το Πνεύμα δεν είναι αίτια. Δηλαδή, ενώ ο Υιός μπορεί κατά κάποιο τρόπο να μεσολαβεί στο να έρθει στην ύπαρξη το Άγιο Πνεύμα, αυτό δεν κάνει τον Υιό αίτιο του Πνεύματος, καθώς Το αίτιο παραμένει μόνο ο Πατήρ. Η διευκρίνιση αυτή, διατηρεί την αρχή, τη βασική Χριστιανική πίστη, ότι μόνο ο Πατήρ είναι ο αίτιος και ότι ο Υιός με κανένα τρόπο δεν μπορεί να νοηθεί ως συναίτιος της υπάρξεως του Πνεύματος.

Αγιογραφικά εδάφια περί του Αγίου Πνεύματος

Στη συνέχεια, παρατίθενται μερικά χωρία που δείκνύουν το Άγιο Πνεύμα ως πρόσωπο:

«Ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το ΄Αγιον ό πέμψει ο Πατήρ εν τω ονόματί μου, Εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν».[11]
«Όταν δε έλθη Εκείνος, το Πνεύμα τής αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν. Ου γαρ λαλήσει αφ' εαυτού, αλλ’ όσα αν ακούση λαλήσει και τα ερχόμενα αναγγελεί υμίν. Εκείνος εμέ δοξάσει, ότι εκ τού εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν».[12]
«Είπεν δε το Πνεύμα τω Φιλίππω: πρόσελθε και κολλήθητι τω άρματι τούτω».[13]
«Ήσαν δε εν Αντιοχεία κατά την ούσαν εκκλησίαν προφήται και διδάσκαλοι ό τε Βαρναβάς και Συμεών ο καλούμενος Νίγερ και Λούκιος ο Κυρηναίος, Μαναήν τε Ηρώδου τού τετράρχου σύντροφος, και Σαύλος. Λειτουργούντων δε αυτών τω Κυρίω και νηστευόντων, είπεν το Πνεύμα το Άγιον: "Αφορίσατε δή μοι τον Βαρναβάν και Σαύλον εις το έργον ό προσκέκλημαι αυτούς". Τότε νηστεύσαντες, και προσευξάμενοι και επιθέντες τας χείρας αυτοίς απέλυσαν».[14]
«Έδοξεν γαρ τω Αγίω Πνεύματι και ημίν, μηδέν πλέον επιτίθεσθαι υμίν βάρος, πλην τών επαναγκές τούτων».[15]
«Ωσαύτως δε και το Πνεύμα συναντιλαμβάνεται ταις ασθενείαις ημών, το γαρ τι προσευξόμεθα καθό δει ουκ οίδαμεν, αλλ’ αυτό το Πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις. Ο δε ερευνών τας καρδίας, οίδεν τι το φρόνημα του Πνεύματος, ότι κατά Θεόν εντυγχάνει υπέρ αγίων».[16]
«Ημίν δε ο Θεός απεκάλυψεν δια του Πνεύματος Αυτού, το γαρ Πνεύμα πάντα ερευνά και τα βάθη του Θεού. Τις γαρ οίδεν ανθρώπων τα τού ανθρώπου ει μη το πνεύμα του ανθρώπου το εν αυτώ; Ούτως και τα τού Θεού, ουδείς οίδεν ει μη το Πνεύμα τού Θεού».[17]
«Πάντα δε ταύτα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα, διαιρούν ιδία εκάστω καθώς βούλεται».[18]
«Και μη λυπείτε το Πνεύμα το Άγιον του Θεού, εν ω εσφραγίσθητε εις ημέραν απολυτρώσεως».[19]

Υποσημειώσεις

  • Εφεσίους 4/δ΄ 30
  • Ιωάννης 14/ιδ΄ 26
  • Τρεμπέλας Ν. Παν., Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α', 3η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήνα 1997, σελ. 245.
  • Αΐδιο είναι το αιώνιο και στη θεολογία σημαίνει κάθε τι που δεν έχει αρχή και τέλος, κάθε τι που βρίσκεται εκτός των ορίων και των περιορισμών που δημιουργεί ο ανθρώπινος χρόνος. Η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος γίνεται χωρίς να υπάρχει η έννοια του "πριν", της χρονικής αρχής ή του "μετά" (Θεοδώρου Ανδρέας, Βασική Δογματική Διδασκαλία - Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, 2η έκδ., Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2006, σελ. 77).
  • Άγιος Νεκτάριος, Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις, 4η έκδ., εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2001 (c1899), σελ. 85.
  • Ανδρούτσος Χρήστος, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αστήρ, Αθήνα1956 (c1907), σελ. 83.
  • Άγιος Νεκτάριος, ό.π..
  • Ανδρούτσος, ό.π..
  • Ιωάννου Ρωμανίδου, «Δογματική και Συμβολική θεολογία, Τόμος Α΄, σελίς 295»
  • Ιωάννου Ρωμανίδου, «Δογματική και Συμβολική θεολογία, Τόμος Α΄, σελίς 297-298»
  • Ιωάννου Ρωμανίδου, «Δογματική και Συμβολική θεολογία, Τόμος Α΄, σελίς 298»
  • Ιωάννης 14/ιδ΄ 26
  • Ιωάννης 16/ις΄ 13,14
  • Πράξεις 8/η΄ 29
  • Πράξεις 13/ιγ΄ 1 - 3
  • Πράξεις 15/ιε΄ 28
  • Ρωμαίους 8/η΄ 26,27
  • Α΄ Κορινθίους 2/β΄ 10, 11
  • Α΄ Κορινθίους 12/ιβ΄ 11

Στην Εισαγωγή μας για την Ορθόδοξη Πίστη και Διδασκαλία κάναμε λόγο για τις Πηγές της. Έχουμε τη χαρά και την ευλογία να παρουσιάσουμε αρχικά την Πρώτη πηγή, δηλ. την ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

Με τον όρο Αγία Γραφή αναφερόμαστε στο σύνολο των θεόπνευστων βιβλίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης[1] που αποτελούν την γραπτή πηγή της Θείας Αποκαλύψεως[2] και της ιστορίας της προετοιμασίας και εκπληρώσεως της ενανθρώπησης του Μεσσία Ιησού Χριστού[3].

Στην Αγία Γραφή αναφερόμαστε και με τους όρους Ιερά ΓραφήΓραφές ή Ιερές Γραφές[4]Άγιες Γραφές[5]ΓραφήΒίβλος (αντιδάνειο από την ελληνική λέξη βιβλία)[6], ενώ η ίδια η Καινή Διαθήκη χρησιμοποιεί τη ραβινική έκφραση "γραφαί άγιαι" (Ρωμ 1,2) και "Ιερά γράμματα" (Β' Τιμ 3,15)[7].

Επίσης, η Αγία Γραφή λέγεται και Διαθήκη. Η λέξη διαθήκη είναι παράγωγος του ρήματος διατίθημι που σημαίνει μεταξύ άλλων διευθετώ κάτι με αμοιβαία συμφωνία ή διαθέτω την περιουσία μου με συμφωνία. Η αντίστοιχη εβραϊκή λέξη berith σημαίνει κατά περίπτωση "τέμνω-τεμαχίζω" ή και "εκλέγω-ορίζω"[8]. Συνεπώς, ο όρος "Διαθήκη", χρησιμοποιείται στη βιβλική γλώσσα "ως συμφωνία μεταξύ του θεού..και των ανθρώπων...καθ' ην ο μεν θεός υπέσχετο την προστασίαν και τας δωρεάς Του, οι δε άνθρωποι ανελάμβαναν την υποχρέωσιν να συμμορφωθούν προς το θέλημα Του"[9].

Η Αγία Γραφή διαιρείται σε δύο μεγάλα μέρη, την Παλαιά Διαθήκη η οποία περιέχει τα προ Χριστούθεόπνευστα βιβλία, του Μωϋσή, των προφητών και των άλλων συγγραφέων, και στην Καινή Διαθήκη η οποία περιλαμβάνει τα έργα των Αποστόλων, από το κατά Ματθαίον Ευαγγελίου μέχρι και της Αποκάλυψης, του ευαγγελιστή Ιωάννη[10]. Από απόψεως χρονικής διαρκείας κατά την οποίαν γράφτηκαν οι δύο Διαθήκες, τα μεν βιβλία της Π.Δ. γράφτηκαν από τον 13ο[11] μέχρι και τον 2ο π.Χ. αιώνα, ενώ αυτά της Κ.Δ. γράφτηκαν κατά τον πρώτο μετά Χριστό αιώνα[12]. Η Ορθόδοξη Αγία Γραφή περιλαμβάνει συνολικά 76 βιβλία:

1.Γένεσις 2.Έξοδος 3.Λευιτικόν 4.Αριθμοί 5.Δευτερονόμιον 6.Ιησούς του Ναυή 7. Κριταί  
8.Ρουθ 9. Α' Βασιλειών 10.Β' Βασιλειών 11.Γ' Βασιλειών 12.Δ' Βασιλειών 13. Α' Παραλειπομένων 14.Β' Παραλειπομένων 15.Α' Έσδρας 16. Β ' Έσδρας 17. Νεεμίας  18.Εσθήρ  19.Ιουδίθ 20.Τωβίτ 21.Α' Μακκαβαίων 22.Β' Μακκαβαίων 23. Γ' Μακκαβαίων  24.Ψαλμοί  25.Ιώβ  26.Παροιμίαι 27.Εκκλησιαστής 28.Άσμα Ασμάτων 29.Σοφία Σολομώντος  30. Σοφία  Σειράχ 31.Ωσηέ 32.Αμώς 33.Μιχαίας 34.Ιωήλ 35.Οβδιού 36.Ιωνάς 37.Ναούμ 38.Αββακούμ 39.Σοφονίας 40.Αγγαίος 41.Ζαχαρίας 42.Μαλαχίας 43.Ησαΐας 44.Ιερεμίας 45.Βαρούχ 46.Θρήνοι 47.Επιστολή Ιερεμίου 48.Ιεζεκιήλ 49.Δανιήλ

50.Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον 51.Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον 52.Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον 53.Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 54.Πράξεις των Αποστόλων55.Προς Ρωμαίους 56.Προς Κορινθίους Α' 57.Προς Κορινθίους Β' 58.Προς Γαλάτας 59.Προς Εφεσίους 60.Προς Φιλιππησίους 61.Προς Κολοσσαείς 62.Προς Θεσσαλονικείς Α' 63.Προς Θεσσαλονικείς Β' 64.Προς Τιμόθεον Α' 65.Προς Τιμόθεον Β' 66.Προς Τίτον 67.Προς Φιλήμονα 68.Προς Εβραίους 69.Επιστολή Ιακώβου 70.Επιστολή Πέτρου Α' 71.Επιστολή Πέτρου Β' 72.Eπιστολή Ιωάννου Α' 73.Eπιστολή Ιωάννου Β' 74.Eπιστολή Ιωάννου Γ' 75.Επιστολή Ιούδα 76.Αποκάλυψις Ιωάννου

Η Παλαιά Διαθήκη

Βλέπε κύριο άρθρο Παλαιά Διαθήκη.

Ο όρος "Παλαιά Διαθήκη" συντίθεται από το επίθετο παλαιός και το ουσιαστικό διαθήκη και σημαίνει την, προ ενανθρωπήσεως του Χριστού, συμφωνία μεταξύ του Θεού Γιαχβέ και του περιουσίου λαού δια μέσου των εκπροσώπων του, προπατόρωνπατριαρχών και λοιπών μεγάλων θρησκευτικών προσωπικοτήτων. Η συμφωνία ή "η σχέση αυτή δεν πρέπει βεβαίως να συνδέσει το θείο σχέδιο της σωτηρίας με το ιστορικό πεπρωμένο του ισραηλιτικού λαού...αλλά με το ιστορικό πεπρωμένο ολόκληρης της ανθρωπότητας"[13]. Το περιεχόμενο της "Παλαιάς Διαθήκης" κατανοείται από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως προεξαγγελτικό της παρουσίας του Χριστού"Ερμηνεύοντας, λοιπόν, η Εκκλησία χριστολογικά τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, δίνει σε αυτά ένα εντελώς διαφορετικό νόημα από εκείνο που τα ίδια κείμενα έχουν για τη Συναγωγή. Με αυτό το νέο νόημα ενσωματώνει η Εκκλησία τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης στη δική της Αγία Γραφή και τα θεωρεί πλέον τμήμα της δικής της παράδοσης, νομιμοποιώντας έτσι ταυτόχρονα το δικαίωμα της να είναι αυτή, ως «νέος Ισραήλ», η κληρονόμος των επαγγελιών του Θεού και όχι η Συναγωγή"[14]. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η Παλαιά Διαθήκη περιέχεται σ' ενα σώμα 49 ιερών βιβλίων, τα οποία ξεχώρισαν για τη θεοπνευστία τους.

Η Καινή Διαθήκη

Βλέπε κύριο άρθρο Καινή Διαθήκη.

Η Καινή Διαθήκη είναι η συλλογή των 27 ιερών βιβλίων, τα οποία η Εκκλησία επέλεξε, αναγνώρισε και καθιέρωσε ως την μοναδική θεόπνευστη και αποστολική γραπτή μαρτυρία για τη νέα, πλήρη καί τελεσίδικη αποκάλυψη του Θεού στο μοναδικό πρόσωπο και έργο του Ι. Χριστού[15]. Κατά το δείπνο του υπερώου με τους μαθητές (Ματθ. 26, 28Μάρκ. 14,24Λουκ. 22,20, πρβλ. και Α' Κορ. 11, 25), ο ίδιος ο Μεσσίας αναφέρθηκε στην "Καινή Διαθήκη", δηλώνοντας έτσι τη νέα περίοδο της λυτρωτικής οικονομίας του Θεού που επρόκειτο να θεμελιωθεί με το αίμα που ο ίδιος έχυσε εκούσια στο σταυρό[16].

Βίβλος

Από τον Μεσαίωνα και κατόπιν, τα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης ονομάζονται και Βίβλος, ονομασία που αποτελεί προϊόν επίδρασης των ξενόγλωσσων όρων Bible, Bibel, Biblia κ.λπ.. Αυτοί οι όροι προέρχονται από το λατινικό biblia το οποίο με τη σειρά του έχει τις ρίζες του στους ελληνικούς βιβλικούς ορούς "βίβλος(οι)""ιερά βίβλος" κ.ά.[17].

Ο Κανόνας της Αγίας Γραφής

Βλέπε κύριο άρθρο Βιβλικός κανόνας

Ο ρόλος της Εκκλησίας, ήταν καθοριστικός στην διαμόρφωση του Κανόνα της Αγίας Γραφής καθώς "με την καθοδήγηση του Αγ. Πνεύματος διαχώρισε μεταξύ των βιβλίων, τα οποία έφεραν λαθραίως το όνομα ενός προφήτη ή αποστόλου, από εκείνα τα οποία ήταν γνήσια βιβλία των θεοπνεύστων ανδρών. Η Εκκλησία ξεχώρισε τα γνήσια από τα ψευδεπίγραφα ή νόθα βιβλία"[18].

Συγκεκριμένα, με τον β' κανόνα της Πενθέκτης Οικουμ. Συνόδου[19] η Ορθόδοξη Εκκλησία επικύρωσε τους εξής κανόνες[20]:

Ο κανονολόγος, καθ. Παν. Μπούμης, αποδέχεται[27] την άποψη του καθ. Σάββα Αγουρίδη ότι: "η Εκκλησία έθεσε κατά τον 2ον αιώνα τας βάσεις και αρχάς του Κανόνος της. Λόγω όμως του οικουμενικού χαρακτήρος της χριστιανοσύνης και επειδή εις ωρισμένας παλαιάς Εκκλησίας ήσαν εμπεδωμέναι διάφοροι ως προς ωρισμένα βιβλία παραδόσεις, η Εκκλησία δεν επέβαλε δι' αυθεντικής αποφάσεως ένα αυστηρώς καθωρισμένων ορίων Κανόνα. Εσωτερικώς καθωδήγησε τα απανταχού τέκνα της, ώστε να συγκλίνουν άπαντες συν τω χρόνω επί τα αυτά όρια"[28]. Στην εμπεριστατωμένη μελέτη του, "Οι Kανόνες της Eκκλησίας περί του Kανόνος της Αγ. Γραφής" (Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1991, 2η έκδ.), ο καθηγητής Μπούμης αναλύει σε βάθος όλους τους παραπάνω κανόνες και καταλήγει:

"Εξ όσων μέχρι τούδε αναλυτικώς εξετέθησαν, δυνάμεθα, νομίζομεν, συμπερασματικώς να καταλήξωμεν...ότι μεταξύ των κανόνων της Εκκλησίας, οι οποίοι επεκυρώθησαν υπό της Πενθέκτης Οικουμ. Συνόδου και αναφέρονται εις τον κανόνα της Αγ. Γραφής, υπάρχει μία θαυμαστή συμφωνία, μία πραγματική αρμονία" και προσθέτει ότι, οι πιστοί της Ορθόδοξης Εκκλησίας θα πρέπει να θεωρούν πως "η Πρόνοια του Θεού ενήργησε δια της Πενθέκτης Οικουμ. Συνόδου εις την δημιουργίαν ενός κοινώς αποδεκτού αυθεντικού κανόνος της Αγ. Γραφής"[29].

Υποσημειώσεις

  • "Γραφή Αγία", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (Θ.Η.Ε.), τόμ. 4, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1964, στ. 658.
  • "Αγία Γραφή", Στύλιος Κ. Ευθύμιος (Επίσκοπος), Μικρό Χριστιανικό Λεξικό (Α' ανατύπωση της 2ης έκδ.), Αποστολική Διακονία, 1998, σελ. 13.
  • Φειδάς Ιω. Βλάσιος, "Γραφή Αγία", εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 19, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005.
  • "Γραφή", Μαλαβάκης Νίκος, Βυζαντινολόγιο-Λεξικό Εκκλησιαστικών και Θρησκευτικών όρων, Αστήρ, Αθήνα 1999, σελ. 32.
  • "Γραφή Αγία", Μουστάκης Βασίλειος, Λεξικό της Αγίας Γραφής, Αθήναι 1955.
  • "Αγία Γραφή", εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, εκδ. Δομή Α.Ε., τόμ. 1, Αθήνα 2004.
  • "Γραφή", Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας (μτφρ. από τα Γαλλικά με εποπτεία Σάββα Αγουρίδη, Σταύρου Βαρτανιάν), Άρτος Ζωής, Αθήνα 1980, στ. 224.
  • Καλαντζάκης Ε. Σταύρος, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 17.
  • "Αγ. Γραφή", Κολιτσάρας Θ. Ιωάννης, Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν της Αγίας Γραφής, 'Η Ζωή', 2η έκδ., Αθήναι 1998, σελ. 12Α.
  • Κολιτσάρας, ό.π..
  • Καλαντζάκης, Εισαγωγή..., ό.π., σελ. 282.
  • Κολιτσάρας, ό.π., σελ. 12Β.
  • Καλαντζάκης, Εισαγωγή..., ό.π., σελ. 18-20.
  • Κωνσταντίνου Μιλτιάδης, Η Παλαιά Διαθήκη Μυθολογία των Εβραίων ή Βίβλος της Εκκλησίας;, Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2003, σελ. 35-36.
  • Παναγόπουλος Ιωάννης, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Ακρίτας, Αθήνα 1994, σελ. 13.
  • Καραβιδόπουλος Δ. Ιωάννης, Εισαγωγή Στην Καινή Διαθήκη, 2η έκδ., Πουρναράς, θεσσαλονίκη 1998, σελ. 15.
  • Καλαντζάκης, Εισαγωγή..., ό.π., σελ. 23-24.
  • Μπούμης Ι. Παναγιώτης, Κανονικόν Δίκαιον, έκδ. 3η επηυξημένη, Γρηγόρης, Αθήνα 2002, σελ. 34.
  • Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον (ακριβής ανατύπωσις της γ' εκδόσεως του 1864), εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 220.
  • Μπούμης Ι. Παναγιώτης, Οι Kανόνες της Eκκλησίας περί του Kανόνος της Αγ. Γραφής, 2η έκδ., Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1991, σελ. 197.
  • Πηδάλιον, ό.π., σελ. 110.
  • Πηδάλιον, σελ. 442.
  • Πηδάλιον, σελ. 480 (με διαφορετική αρίθμηση).
  • Πηδάλιον, σελ. 583.
  • Πηδάλιον, σελ. 663.
  • Πηδάλιον, σελ. 664-665.
  • Μπούμης, Οι Kανόνες της Eκκλησίας..., ό.π., σελ. 200-201.
  • Αγουρίδης Σάββας, Εισαγωγή Εις την Καινήν Διαθήκην, 3η έκδ., Γρηγόρης, Αθήνα 1991, σελ. 70.
  • Μπούμης, Οι Kανόνες της Eκκλησίας..., ό.π., σελ. 197.204.

Από το orthodoxwiki.


Η Ορθόδοξη Πίστη και το φαινόμενο των Αιρέσεων

Η Ορθόδοξη Εκκλησία στη μακραίωνη ιστορία της πολλές φορές κινδύνευσε από την απειλή των αιρέσεων. Η Εκκλησία, όχι βέβαια ως Σώμα Χριστού, αφού πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής[1], αλλά τα επιμέρους μέλη της, που κατά καιρούς γίνονται θύματα λύκων, που εμφανίζονται με ένδυμα προβάτων[2].

Και σήμερα η απειλή αυτή είναι υπαρκτή, αφού και σήμερα δρουν εκατοντάδες αιρέσεις εξαιρετικά επικίνδυνες για τον άνθρωπο. Η παρουσία των αιρέσεων αποτελεί ένα φαινόμενο το οποίο είναι παρόν από την πρώτη παρουσία της Εκκλησίας στην πορεία της για τον Ευαγγελισμό του κόσμου. Από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια εμφανίστηκαν στους κόλπους της Εκκλησίας διάφορες αιρετικές αντιλήψεις, αποτέλεσμα της αδυναμίας μερίδας των πρώτων χριστιανών να κατανοήσουν την νόημα του Ευαγγελίου, οι οποίες όμως αντιμετωπίσθηκαν και καταπολεμήθηκαν από τους αγίους Αποστόλους[3].

Η αίρεση υπήρξε ένα φαινόμενο που ήδη από απόστολο Παύλο θεωρείται ως μία έκφραση του μυστηρίου της ανομίας[4]. Από τον 4ο όμως αιώνα εμφανίσθηκαν μεγάλες κακοδοξίες που συντάραξαν την Εκκλησία. Τον ορισμό του όρου αἴρεσfις μας τον δίνει ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος στον 1ο ιερό κανόνα του γράφει, Αἱρέσεις μέν, τούς παντελῶς ἀπεῤῥηγμένους, καί κατ’ αὐτήν τήν πίστιν ἀπηλλοτριωμένους[5]. Ο καθηγητής Π. Χριστινάκης τονίζει μεταξύ των άλλων ότι αίρεση είναι η απόκλιση από του ορθοδόξου δόγματος, η διαφορετική πίστη από την πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας[6]. Η λέξη αἴρεσις προέρχεται από το ρήμα προτιμώ, διαλέγω και δηλώνει, ως προς την θεολογική της χρήση, την αντίθεση προς την καθολική πίστη και διδασκαλία της Εκκλησίας, από ένα ή περισσότερα μέλη της. Οι αιρέσεις αμφισβητούν την αυθεντικότητα της χριστιανικής πίστης και εισάγουν στην παράδοση και τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας λανθασμένες αντιλήψεις κακοδοξίες. Την ίδια όμως στιγμή το σώμα της Εκκλησίας (κλήρος και λαός) ενεργοποιούνται για τη φανέρωση της κακοδοξίας, πλάνης και την αποκατάσταση της αληθείας, αποτέλεσμα αυτής της ενεργοποιήσεως του σώματος της Εκκλησίας είναι η περιφρούρηση της ορθής πίστεως, της Ορθοδοξίας. O καθηγητής Ν. Ματσούκας εξετάζει την αίρεση σε αντιπαραβολή με τα δόγματα και εξηγεί ότι δόγματα είναι η ορθή ζωή και αίρεση η διαβρωμένη και εσφαλμένη[7]. Τέλος ο καθηγητής Ι. Καρμίρης κατηγορηματικά ορίζει ότι αίρεσις είναι πάσα πεπλανημένη διδασκαλία, παρεκκλίνουσα από της γνήσιας χριστιανικής πίστεως[8]. Μιας πίστης, η οποία περιγράφεται στα Ευαγγέλια και οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτή οδηγεί σε καταδίκη και αποκλει¬σμό από το σώμα της Εκκλησίας, όπως προτρέπει ο απόστολος Παύλος, εἰ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ’ ὅ παρελάβετε ἀνάθεμα ἔστω[9]. Η αίρεση λοιπόν δεν παραμένει μόνο μια ενσυνείδητη και επίμονη απόκλιση του χριστιανού από της πίστεως της Εκκλησίας, της ρητώς και σαφώς εκτεθειμένης, αλλά έχει και συνέπειες, αφού καταδικάζεται[10] με τον αποκλεισμό και την αποκοπή από το σώμα της Εκκλησίας[11].

Επομένως όταν κάνουμε λόγο για αίρεση, μιλούμε για την εκτροπή από την αληθινή πίστη. Είναι η ναρκοθέτηση του δρόμου προς τη σωτηρία[12]. Κατά τον απόστολο Παύλο[13] ο Θεός επιτρέπει να υπάρχουν μεταξύ των χριστιανών ψευδείς διδασκαλίες – αιρέσεις, που δημιουργούν μεν ρήγματα στην ενότητα της Εκκλησίας, προκαλούν όμως κρίση, η οποία επιτρέπει στους γνήσιους και σταθερούς Χριστιανούς να εκδηλώνουν έντονα την ορθή πίστη και διδασκαλία της Εκκλησίας και να αποφεύγουν τις μεθοδείες του Διαβόλου[14]. Στο ερώτημα ποιοι είναι οι αιρετικοί, την απάντηση τη δίνουν οι ιεροί κανόνες, οι οποίοι μεταξύ των άλλων ορίζουν πως, αίρετικούς δέ λέγομεν, τούς τε πάλαι τῆς Ἐκκλησίας ἀποκηρνχθέντας, καί τούς μετά ταύτα ὑφ’ ἡμῶν ἀναθεματισθέντας˙ πρός δέ τούτοις, καί τούς τήν πίστιν μέν τήν ὑγιή προσποιούμενους ὁμολογεῖν, ἀποσχίσαντας δέ, καί άντισυνάγοντας τοῖς κανονικοῖς ἡμῶν ἐπισκόποις[15].

Την παρουσία των αιρετικών είχε ήδη επισημάνει ο απόστολος Πέτρος κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης γράφοντας Εγένοντο δὲ καὶ ψευδοπροφῆται ἐν τῷ λαῷ͵ ὡς καὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι͵ οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας[16]. Το χαρακτηριστικό στοιχείο των αιρετικών επισημαίνει και καθηγητής Μ. Φαράντος, ερμηνεύοντας τον Γρηγόριο Νύσσης σημειώνοντας πως, οι αιρετικοί έχουν ισχυράν ροπήν προς τον υποκειμενισμόν και τον φιλελευθερισμόν.

Οι αιρετικοί…δεν θεολογούν, βασικώς, αλλά δογματίζουν κατ’ εξουσίαν, παραμελούντες τα του Θεού˙ τη εαυτών υπολήψει[17]. Κατά την Ορθόδοξη πίστη η αλήθεια δεν είναι μια αφηρημένη έννοια ή μια διανοητική σύλληψη. Η αλήθεια είναι πρόσωπο, είναι το πρόσωπο του Θεανθρώπου[18]. Η Εκκλησία αποτελεί το σώμα Του, ευαγγελίζεται το Χριστό, μεταδίδει το Χριστό, ζει το Χριστό, παραδίδει το Χριστό και το ευαγγέλιό Του, όχι ως ιδεολογία, αλλά ως εμπειρικό γεγονός όπως το έζησαν και καθώς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτόπται καί ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου[19]. Αντίθετα η αίρεση επιλέγοντας, απορρίπτοντας, προσθέτοντας ή αφαιρώντας από την πληρότητα της εν Χριστῶ Ιησού θείας Αποκαλύψεως παραμορφώνει την αλήθεια, παραμορφώνει δηλαδή το Χριστό. Πολύ χαρακτηριστικά επισημαίνει σχετικά ο αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, καί γάρ οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί, καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας εἰσί[20]. Κάθε δηλαδή διδαχή ποικίλη καί ξένη[21], η οποία χωρίζει ή αυτονομεί το Πρόσωπο του Χριστού από το Μυστήριο της Εκκλησίας, κατά την διδασκαλία των θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας μας, είναι πλάνη, η οποία ουδεμία σχέση έχει με την αλήθεια. Στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε εν συντομία να σκιαγραφήσουμε ορισμένα από τα αίτια του φαινομένου των αιρέσεων, που οδηγούν εν τέλει στην πλάνη και την αίρεση. Η γενεσιουργός αιτία υπήρξε εξ αρχής η αυτονόμηση της ανθρώπινης λογικής από την παράδοση και την κοινή συνείδηση της Εκκλησίας.

Η εγωιστική και αλαζονική αντίληψη ότι ο άνθρωπος μπορεί μόνος του να κατανοήσει και να ερμηνεύσει την αλήθεια του Θεού. Έτσι οι αιρετικοί απορρίπτουν οτιδήποτε δε χωρά στο νου τους και ερμηνεύουν με δικό τους τρόπο την πίστη της Εκκλησίας[22].

Η χρησιμοποίηση πηγών και παραδόσεων από άλλες θρησκείες (Ιουδαϊσμός, ανατολικές θρησκείες, μαγεία, χαρτομαντεία, αστρολογία φενγκ σούι, ομοιοπαθητική, γιόγκα κ.λ.π.), καθώς επίσης και στοιχείων της φιλοσοφίας με σκοπό να εκλογικεύσουν τις δογματικές αλήθειες, που η ανθρώπινη λογική δεν μπορεί να ερμηνεύσει χωρίς πίστη στον Τριαδικό Θεό μέσω της λατρευτικής και της ἐν Χριστῶ ζωής[23].

Η εγωιστική παραμονή στην αρχική τους πλάνη οδήγησε τους αιρετικούς να αποκοπούν από την παράδοση και το σώμα της Εκκλησίας, περιφρονώντας ακόμη και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Συνέχισαν παρά τη διαπιστωμένη από την Εκκλησία πλάνη τους, να διαδίδουν τις ατομικές επινοήσεις και δοξασίες και να δημιουργούν δικές τους ομάδες και παρασυναγωγές. Σε αρκετές περιπτώσεις και η πολιτική εξουσία ή η ακόρεστη επιθυμία για εύκολο πλουτισμό οδήγησε πολλούς ανθρώπους στην πλάνη σε θέματα πίστεως δια να μπορέσουν να καλύψουν με ένα θρησκευτικό πέπλο τις ανομίες τους[24], παρασύροντας όμως στο σκότος και στην αμαρτία ανθρώπους ολιγόψυχους, ολιγόπιστους, πνευματικά αδύναμους, με αποτέλεσμα να γιγαντωθούν οι αιρέσεις και να επικρατήσουν σε μεγάλο πληθυσμό της ανθρωπότητας ιδίως σήμερα όπου ο άνθρωπος αναζητά τα εφήμερα και δεν αποζητά τα ουράνια.

Συμπερασματικά θα λέγαμε πως η κάθε αίρεση αποτελεί ως προς την αφετηρία εκκίνησής της επανάληψη της ίδιας εκείνης αρχέγονης πειρασμικής προσβολής. Αποτελεί μία άλλη πίστη, μία άλλη στάση ζωής, την οποία όπως σημειώνει ο άγ. Ειρηναίος Λυώνος, ούτε προφήτες εκήρυξαν, ούτε ο Κύριος εδίδαξε, ούτε οι απόστολοι παρέδωσαν[25]. Πρόκειται για τρόπο ζωής που βρίσκεται εκτός των εκκλησιαστικών συντεταγμένων. Είναι δρόμος που ο κάθε αιρετικός τον διανύει κατά τρόπο αδιάκριτο και απληροφόρητο, γιατί πείστηκε με την υπόσχεση πάλι μιας άπονης και ψευδεπίγραφης σωτηρίας[26]. Σήμερα πολλοί άνθρωποι αναζητούν την αλήθεια και τη σωτηρία στην πλάνη, στα είδωλα, στα ψεύδη, στον πλούτο και την ηδονή ή σε διάφορες άλλες μεθοδείες του διαβόλου.

Η Αλήθεια όμως που οδηγεί στην ἐν Χριστῶ τελείωσι και γίνεται μέσο σωτηρίας και πνευματικής ελευθερίας και αγαλλιάσεως βρίσκεται μέσα στην Εκκλησία είναι ο ίδιος ο Κύριος, ο Θεός και δημιουργός των πάντων, ο οποίος θυσιάστηκε διά τήν ἡμῶν σωτηρίαν.

Παραπομπές: [1] Μτθ. 16, 18.

[2] Μτθ. 7. 15.

[3] Ι. Καρμίρη, «Αίρεσις», ΘΗΕ, τόμ. 1ος, Αθήναι 1962, στ. 1088.

[4] Β΄ Θεσσ. 2, 7.

[5] Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων των τε αγίων και πανευφήμων αποστόλων, και ιερών οικουμενικών και τοπικών συνόδων, και των κατά μέρος αγίων Πατέρων, τόμ. Δ΄, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνησιν 1992, σ. 89.

[6] Π. Χριστινάκη, Θέματα Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου Α, εκδ. Συμμετρία, Αυήνα 1994, σ. 127.

[7] Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β. Έκθεση της Ορθόδοξης πίστης σε αντιπαράθεση με τη δυτική Χριστιανοσύνη, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 20.

[8] Ι. Καρμίρη, «Αίρεσις», στ. 1087.

[9] Γαλ. 1, 9.

[10] Γεω. Καχριμάνη, «Αίρεσις, (Κανονικόν και Εκκλησιαστικόν Δίκαιον)», ΘΗΕ, τόμ. 1ος, Αθήναι 1962, στ. 1090.

[11] Γεω. Μανώλη, «Το Συνοδικόν και ο αναθεματισμός της ελληνοειδωλολατρείας», Άξιον Εστί, τεύχ. 5, Μάρτιος – Μάιος 2008, σ. 7-9.

[12] Αρσ. Βλιακόφτη, Σύγχρονες Αιρέσεις. Μια πραγματική απειλή, εκδ. Παρακταθήκη, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 70.

[13] Α΄ Κορ. 11, 19.

[14] Γεω. Καχριμάνη, «Αίρεσις, (Κανονικόν και Εκκλησιαστικόν Δίκαιον)», στ. 1090.

[15] Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων των τε αγίων και πανευφήμων αποστόλων, και ιερών οικουμενικών και τοπικών συνόδων, και των κατά μέρος αγίων Πατέρων, τόμ. Β΄, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνησιν 1992, σ. 181.

[16] Β΄ Πέτρ. 2,1.

[17] Μ. Φαράντου, «Ορθοδόξως και αιρετικώς θεολογείν κατά Γρηγόριον Νύσσης», Θεολογία 70 (1999), σ. 265.

[18] Βασ. Γεωργόπουλου, «Το μυστήριο της Εκκλησίας και το φαινόμενο των αιρέσεων», Εφημέριος, Ιούλιος 2009, σ. 21.

[19] Λκ. 1,2.

[20] Γρηγ. Παλαμά, Ἀναίρεσις γράμματος Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, ΕΠΕ 3, σ. 606.

[21] Εβρ. 13, 9.

[22] Αρσ. Βλιακόφτη, Σύγχρονες Αιρέσεις. Μια πραγματική απειλή, σ. 71.

[23] Βλ.: Αντ. Αλεβιζοπούλου, Αποκρυφισμός – Γκουρουϊσμός – «Νέα Εποχή», Αθήναι 1997.

[24] Απ. Νικολαΐδη, Κοινωνιολογία των Αιρέσεων. Από την αίρεση στην εκκλησία και από την Εκκλησία στις αιρέσεις και το μυστικισμό, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2009, σ. 171. [25] Ειρ. Λυώνος, Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως, 8,1. [26]Βασ. Γεωργόπουλου, «Το μυστήριο της Εκκλησίας και το φαινόμενο των αιρέσεων», σ. 22

Από την Ιστοσελίδα ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ


Ιερά Παράδοση

Σύμφωνα με τα όσα γράψαμε στην αφετηρία αυτής της Στήλης μετά την Αγία Γραφή η δεύτερη Πηγή της Πίστεως μας είναι η ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ.

Γι αυτήν θα γίνει λόγος στις παρακάτω γραμμές.

Ιερά ΠαράδοσηΑποστολική Παράδοση ή και απλώς Παράδοση, στην ορθόδοξη θεολογία αποκαλείται ο ενιαίος τύπος διδασκαλίας που προέρχεται από το προφορικό κήρυγμα του Χριστού και των Αποστόλων[1], διδασκαλία που φυλάχθηκε στη ζωή και τη συνείδηση της Εκκλησίας[2], υπό την επιστασία του Αγίου Πνεύματος[3].

Τα κριτήρια[4] που διακρίνουν τη γνήσια Παράδοση από κάθε άλλη ψευδή και κίβδηλη είναι:

  • Η Αποστολικότητα: η Παράδοση για να είναι γνήσια και αληθινή πρέπει ν' ανάγεται στην αποστολική εποχή, σε χρόνους δηλαδή που φανερώθηκε αγνή και ανόθευτη η λυτρωτική αλήθεια του ευαγγελίου.
  • Η Ομοφωνία: δηλ. γνήσια Παράδοση αποτελεί ό,τι πιστεύει και παραδέχεται ομόφωνα το πλήρωμα της Εκκλησίας και διδάσκουν οι ιεροί Πατέρες και οι ποιμένες της.

Το κέντρο της Ιεράς Παραδόσεως είναι ο Χριστός και η μετ' Αυτού κοινωνία και η περί Αυτού μαρτυρία των προφητώναποστόλων και αγίων. Έτσι γίνεται αντιληπτό πως η Ιερά Παράδοση παραδίδεται μέσω των θεουμένων ανθρώπων της εκκλησίας είτε μέσα από προφορικό και γραπτό λόγο, είτε μέσω απεικονίσεων. H Ιερά Παράδοση, σύμφωνα με τους πατέρες της Εκκλησίας, αποτελεί πηγή των αληθειών της χριστιανικής θρησκείας ισότιμη "τω θείω γραπτώ λόγω"[5], δηλ. με την Αγία Γραφή.

Η Παράδοση στην Ορθοδοξία, τον Ρωμαιοκαθολικισμό και τον Προτεσταντισμό

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία οι φύλακες και μεταδότες της Ιεράς Παραδόσεως διαχωρίζονται σε δυο κατηγορίες. Στους αμέσως γνώστες της δόξας της «βασιλείας των ουρανών» και γνωστικούς αυτόπτες μάρτυρες και τους «εν Πνεύματι Αγίω» αποδεχόμενους, φυλάσσοντας και μεταδίδοντας την προφορικήν αγάπη του Θεού, περί την μαρτυρία των θεουμένων. Ο θεούμενος δέχεται, φυλάττει και μεταδίδει δια της θεώσεως ή θεοπτίας ή ενώσεως με τον Χριστό το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως και εν αυτώ τον Πατέρα, δια του ενσαρκωθέντος Λόγου, εν Πνεύματι Αγίω. Είναι χαρακτηριστικό, πως το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως είναι η κατεξοχήν δύναμη και χάρη, η οποία διαμόρφωσε και διαμορφώνει την Ιερά Παράδοση, μέσω της καθάρσεως, του φωτισμού και της θεώσεως πιστών και θεουμένων.

Για τους Ορθοδόξους, η πράξη και η διδασκαλία Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών δεν έχει διαφυλάξει την αυθεντική Παράδοση αφού "κατά τήν ορθόδοξη πίστη η Εκκλησία είναι ο πιστός τηρητής και φύλακας της παραδόσεως, ενώ κατά τη ρωμαιοκαθολική αυτή παρουσιάζεται μάλλον ως κυρίαρχος, μεταποιώντας αυτή κατά βούληση και προσπαθώντας να συμβιβάσει τα παλαιά με τα εκάστοτε νέα. Παράλληλα, οι Διαμαρτυρόμενοι δεν αναγνωρίζουν την παράδοση ως πηγή της θείας αποκαλύψεως"[6]. Μάλιστα οι Ρωμαιοκαθολικοί διακήρυξαν «οτι όπως πασα ζωή υπόκειται εις αύξησιν και ανάπτυξιν, ούτω ο χριστιανισμός θεωρούμενος ως ζωή θεία δεν δύναται να παραμένει εις κατάστασιν στατικήν, αλλά ... να ωθή προς ανάπτυξιν»[7] κάτι που απορρίπτει η ορθόδοξος θεολογία, καθώς η «Παράδοσις...δεν επιδέχεται αυξομοίωσιν οιανδήποτε. Δυνάμεθα να ερμηνεύομεν ταύτην, ως και την Γραφήν, να διατυπώνομεν αυτή το σαφέστερον, ουδέποτε όμως και κατ'ουδένα λόγον επιτρέπεται να προσθέσομεν ή αφαιρέσομεν τι εξ αυτής, ως και επί της Γραφής»[8], όπως σημείωσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας[9][10]. Όπως γράφει και ο Μ. Βασίλειος, η διδασκαλία της Εκκλησίας, "...ουχί μεταβολή εστίν εκ του χείρονος προς το βέλτιον, αλλά συμπλήρωσις του λείποντος κατά την προσθήκην της γνώσεως"[11].

Επάνω στο ζήτημα αυτό, σημειώνει ο καθ. Ιωάννης Καραβιδόπουλος: "Δεν είναι...σωστό να υπερτονίζεται η υπεροχή της Αγίας Γραφής έναντι της Εκκλησίας, ούτε από την άλλη πλευρά βρίσκει δικαίωση η έξαρση της απόλυτης εξουσίας της Εκκλησίας έναντι της Αγίας Γραφής. Υπερβολές προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση δημιούργησαν καταστάσεις ξένες προς την Ορθοδοξία κατά την ιστορική πορεία του Χριστιανισμού. Η πρώτη κατεύθυνση χαρακτηρίζει τον Προτεσταντισμό, η δεύτερη τον Ρωμαιοκαθολικισμό. Βέβαια, η Εκκλησία χωρίς την Αγία Γραφή μοιάζει με σκάφος χωρίς πηδάλιο, αλλά και η Αγία Γραφή χωρίς ή έξω από την Εκκλησία παραμένει ανερμήνευτη"[12].

Αγία Γραφή και Ιερά Παράδοση

Πρέπει να τονιστεί πως η Ιερά Παράδοση της εκκλησίας αποτελεί αλάθητη έκφραση των ενεργειών του Θεού, και δεν είναι διάφορη και ανεξάρτητη από την Αγία Γραφή, η οποία αποτελεί μέρος αυτής και καμμία αντίθεση δεν ενυπάρχει στη διδασκαλία τους. Στην πραγματικότητα μάλιστα, η "διάκριση Αγίας Γραφής και Παράδοσης ως δύο πηγών...του περιεχομένου της πίστης" είναι "συμβατική" καθώς "η Εκκλησία ποτέ δεν ξεχώρισε με τέτοια έμφαση αυτές τις δύο πηγές"[13]. Ορθότερα θα λέγαμε ότι "η Εκκλησία γνωρίζει μία παράδοση, που νοείται μονάχα σε ιστορική συνέχεια, οπότε και τα βιβλία της Αγίας Γραφής αποτελούν το πιο εκλεκτό, θα έλεγε κανείς, κομμάτι αυτής της παράδοσης"[14].

Ιστορικά, ο διαχωρισμός της Ιεράς Παραδόσεως σε δύο κομμάτια, Γραφή και Παράδοση, πηγάζει από την "Μεταρρύθμιση του Προτεσταντισμού, από το 16° αιώνα και εφεξής" που "εξαίροντας σχεδόν τη μοναδικότητα της Αγίας Γραφής (sola scriptura), ως πηγής του λόγου του Θεού, ανάγκασε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στη σύνοδο του Τριδέντου (1545-1563) να ανακηρύξει με έμφαση Αγία Γραφή και Παράδοση ως δύο Ισότιμες και Ισόκυρες πηγές του περιεχομένου της πίστης"[15]. Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος θεωρεί τη διδασκαλία ως καρπό της παράδοσης, πράγμα που σημαίνει ότι "η παράδοση κάνει τις Επιστολές του, και όχι αυτές την παράδοση"[16]. Κατά συνέπεια, "η εκκλησιαστική κοινότητα και η παράδοσή της προηγούνται χρονικά από την καταγραφή των Ευαγγελίων, όπως φυσικά και των άλλων βιβλίων της Καινής Διαθήκης"[17].

"Συνεπώς η αγ. Γραφή και η Παράδοση συμπίπτουν ως προς την προέλευση και διαμόρφωση τους και περιέχονται η μία στην άλλη, είναι δηλ. ταυτόσημα μεγέθη"[18]. Όπως σημειώνει και ο καθηγ. Παν. Μπρατσιώτης: "Η Εκκλησία, η Βίβλος και η Παράδοσις είναι και μένουν εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν εις μίαν αδιαίρετον ενότητα"[19]. Αυτή την ενότητα Γραφής και Παραδόσεως ομολογεί και διατηρεί η μία Εκκλησία: «Οι Προφήται ως είδον, οι Απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι Διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η Οικουμένη ως συμπεφώνηκεν, η χάρις ως έλαμψεν, η αλήθεια ως αποδέδεικται...» (Συνοδικόν Ζ' Οικουμ. Συνόδου)"[20].

Η Ιερά Παράδοση στην Καινή Διαθήκη

Σύμφωνα με την ερμηνεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, υπάρχουν στην Κ.Δ. αρκετά, σαφή χωρία[21], που καθιστούν ισότιμη την Ιερά Παράδοση και την Αγία Γραφή:

  • "Αδελφοί στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις, ας εδιδάχθητε, είτε διά λόγου, είτε δι' επιστολής ημών" (Β' Θεσ. 2:15)
  • "Επαινώ δε υμάς αδελφοί, ότι πάντα μου μέμνησθε, καθώς παρέδωκα υμίν, τας παραδόσεις κατέχετε" (Α' Κορ. 11:2)
  • "Εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου, ό και παρέδωκα υμίν" (Α' Κορ. 11:23)
  • "Παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις, ό και παρέλαβον" (Α' Κορ. 15:3)
  • "Ω Τιμόθεε την παρακαταθήκην φύλαξον" (Α' Τιμ. 6:20)
  • "Το λοιπόν ουν αδελφοί, ρωτώμεν υμάς και παρακαλούμεν εν Κυρίω Ιησού, καθώς και παρελάβετε παρ' ημών το πως δει υμάς περιπατείν και αρέσκειν Θεώ ίνα περισσεύητε μάλλον οίδατε γαρ τίνας παραγγελίας εδώκαμεν υμίν, δια του Κυρίου Ιησού" (Α' Θεσ. 4:1.2)

Όπως γράφει ο Άγ. Νεκτάριος: "διά των ειρημένων ο Απόστ. Παύλος συνιστά ισότιμον προς τον γραπτόν λόγον την ιεράν παράδοσιν"[22].

Πατέρες και Παράδοση

Την Ιερά Παράδοση οι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν ως τον ασφαλή οδηγό για την ερμηνεία των Ιερών Γραφών, και απόλυτα αναγκαία για την κατανόηση των αληθειών που περιέχονται σ' αυτές[23]. Όπως αναφέρεται στα πρακτικά της Ζ' Οικουμ. Συνόδου: "Ει τις πάσαν παράδοσιν εκκλησιαστικήν έγγραφον ή άγραφον αθετεί, ανάθεμα έστω"[24].

Πηγές της Ιεράς παραδόσεως[25]

Η Ιερά παράδοση περιέχεται πρωτίστως στην Αγία Γραφή αλλά και σε άλλες πηγές όπως:

  • Οι δογματικές αποφάνσεις των Οικουμενικών Συνόδων (συμπεριλαμβανομένου του Συμβόλου της πίστεως Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως και των αποφάσεων της Πενθέκτης εν Τρούλλω Οικουμενικής Συνόδου (691/2) ως συμπληρωματικής των Ε' και ΣΤ').
  • Τα Σύμβολα Αποστολικό και Αθανασιανό, τα συγγράμματα των αρχαίων μεγάλων Πατέρων και ιδιαιτέρως εκείνα τα σημεία όπου "διακριβούται συμφωνία των Πατέρων".
  • Η Θεία Λειτουργία "ως εκφράζουσα την πίστιν της καθόλου Ορθοδόξου Εκκλησίας".
  • Επίσης, φορείς της Ιεράς Παραδόσεως είναι και τα μεταγενέστερα δογματικοσυμβολικά μνημεία και η υμνολογία της Εκκλησίας θα πρέπει όμως να χρησιμοποιούνται βοηθητικά και "μετά μεγίστης προσοχής", καθώς στα μεν πρώτα υπάρχουν ετερόδοξες επιδράσεις (αν και εξωτερικές και όχι ουσιαστικές), ενώ στην υμνογραφία συναντάμε συχνά ποιητικές και εικονικές εκφράσεις "μη διακρινομένας επί δογματική ακριβεία".

Η έννοια και οι προεκτάσεις της Ιεράς Παραδόσεως στην Ορθόδοξη Εκκλησία

Η Αποστολική Διαδοχή στην εκκλησία αντικατοπτρίζει την αντικειμενική ή θεία όψη της. Η παράδοση της εκκλησίας αντικατοπτρίζει την υποκειμενική ή ανθρώπινη όψη της, δηλαδή τη συνέχεια της συνείδησης του μηνύματος το οποίο έχει ληφθεί και διαφυλάχτηκε από την κοινότητα[26]. Είναι χαρακτηριστικό πως κατά τον άγιο Ειρηναίο οι απόστολοι κατέθεσαν στην εκκλησία την πληρότητα της αλήθειας σαν σε ένα θησαυροφυλάκιο. Αυτή η κατάθεση όμως είναι μια ζωντανή κατάθεση που ανανεώνεται και ανακαινίζει το δοχείο (εκκλησία) το οποίο διαφυλάχτηκε και είναι αυτή που μαζί με την αποστολική διαδοχή ταυτοποιεί το μήνυμα της αλήθειας[27]. Γι αυτό και η παράδοση είναι μέσο και συντελεστής της ενότητας. Η παράδοση αυτή βέβαια δεν μπορεί απαραίτητα να νοηθεί ως ένα είδος τήρησης κάποιων πρακτικών, σαν ένα είδος αρχαιολογίας[28], ούτε σαν ένας αμετάβλητος τύπος, αλλά ως μία ζωντανή πίστη, ένα μήνυμα σωτηρίας σαφώς καθορισμένο και ακριβές[29]. Πρέπει να κατανοηθεί σαν μία ζωντανή δύναμη, σαν τη συνείδηση ενός ζωντανού οργανισμού μέσα στην οποία περιλαμβάνεται η προγενέστερη ζωή του. Η παράδοση είναι αδιάκοπη και ανεξάντλητη και δεν είναι μόνο παρελθόν, αλλά και το παρόν μέσα στο οποίο κατοικεί ήδη το μέλλον[30]. Εξου και η εμμονή στην παράδοση, δεν αποκλείει την εξέλιξη, που αντιθέτως ζει και αυξάνει. Εμμονή στην παράδοση επίσης δε σημαίνει ισχυρογνωμοσύνη στο παρελθόν ή ακόμα και το αποστολικό παρελθόν σαν μία ιδιαίτερη εποχή, αλλά πιστότητα στο αποστολικό μήνυμα[31].

Μόνος φύλακας της παράδοσης είναι η εκκλησία, διότι παράδοση είναι η μαρτυρία του Αγίου Πνεύματος, που αποκαλύπτει και ανανεώνει το μήνυμα που Αυτό κατέθεσε στην εκκλησία. Δεν είναι λοιπόν απλώς μια ιστορική αυθεντία ή η μαρτυρία του παρελθόντος, αλλά η εμπειρία της κοινότητας από την αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος. Κατά το Χωμιάκοφ "δεν είναι τα άτομα, ούτε ένα πλήθος ατόμων στους κόλπους της εκκλησίας που διαφυλάσσουν την παράδοση ή γράφουν τις Γραφές. Αλλά είναι το πνεύμα του Θεού που ζει σε όλο το σώμα της εκκλησίας...Για εκείνον που βρίσκεται εκτός της εκκλησίας, ούτε οι Γραφές, ούτε η παράδοση, ούτε τα έργα της εκκλησίας είναι καταληπτά"[32]. Ο άνθρωπος ζώντας μέσα στην εκκλησία μπορεί να αντιληφθεί την ενότητα των Γραφών και της παράδοσης της εκκλησίας. Την αντιλαμβάνεται διότι το Πνεύμα εμψυχώνει το σώμα της εκκλησίας. Η παράδοση τελικά είναι η ικανότητα της μαρτυρίας και της διακήρυξης των αληθειών της πίστης. Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη, για να δώσει την αληθινή μαρτυρία της, να θυμηθεί κάτι ή να στηριχτεί σε κάτι, αφού αυτή παρέχεται από την πληρότητα της διαρκούς εμπειρίας της, που αποτελεί το σώμα Εκείνου που είναι η Ζωή, η Οδός και η Αλήθεια[33]. Η Παράδοση είναι η ίδια η Εκκλησία στην καθολική της ύπαρξη, όπου το Άγιο Πνεύμα κατοικεί μόνιμα[34]. Είναι το σώμα του ζώντος Χριστού, μία χαρισματική και όχι απλώς ιστορική αρχή. Αποτελεί δε το θεμελιώδες υπόστρωμα των μνημείων και των ιερών βιβλίων της, αφού αυτά αναπαράγουν το μήνυμα το οποίο απευθύνθηκε προς τους παραλήπτες[35]. Η Εκκλησία είναι αυτή που προηγείται της Καινής Διαθήκης, αφού μέσα στο πνευματικό κλίμα της γράφτηκε και αναγνωρίστηκε, αποτελώντας και αυτή καρπό του Αγίου Πνεύματος, όπως η όλη παράδοση της Εκκλησίας. Γι αυτό και δε δύναται να διαχωριστούν. Βεβαίως η Αγία Γραφή είναι η κύρια πηγή της χριστιανικής πίστης και διδασκαλίας, η οποία μαρτυρεί τη διδασκαλία που δόθηκε από την Εκκλησία υπό την διαρκή έμπνευση του Θεού[36]. H Γραφή όμως μένει "άφωνη" όταν αποσπασθεί από την Παράδοση[37].

Η αλήθεια στην εκκλησία δόθηκε μία φορά κατά την πεντηκοστή. Αυτό σημαίνει ότι η εκκλησία σήμερα δε γνωρίζει καλύτερα το Χριστό, από ότι τότε. Η κατανόηση αυτής της αλήθειας όμως είναι προοδευτική. Η ανάπτυξη λοιπόν της θεολογίας ανά εποχές, δεν έχει να κάνει με την περεταίρω κατανόηση της αλήθειας, αλλά με την μαρτυρία της εκκλησίας. Γι αυτό και η αυθεντία των δογματικών διατυπώσεων δεν εξαρτάται από τη χρονολογία τους, αλλά αποκλειστικά από τη συμφωνία τους προς τα αρχικά δεδομένα[38]. Η μαρτυρία της εκκλησίας με την πάροδο του χρόνου εκφράζεται σαφέστερα ή διατυπώνεται με ένα νέο λεξιλόγιο για την ίδια πραγματικότητα. Δεν πρόκειται λοιπόν για δογματική ανάπτυξη, διότι τα δόγματα δεν είναι θεωρητικά αξιώματα από τα οποία θα μπορούσαμε να εξαγάγουμε συμπεράσματα, αλλά είναι μαρτυρία, λογικό-λεκτικό σχήμα του μυστηρίου της πίστης[39]. Είναι προσαρμογή του λόγου στις απαιτήσεις τις αποκεκαλυμμένης αλήθειας για τη μεταβολή και μεταμόρφωση του νου. "Χωρίς αμφιβολία δεν ήταν παρά ένα διάγραμμα, ένα σχεδίασμα νέας σύνθεσης, προορισμένης μάλιστα να μείνει ημιτελής"[40]. Τα δόγματα λοιπόν είναι μέρος της διδασκαλίας της εκκλησίας, μέρος της παράδοσής της, της αποστολικότητας του μηνύματος και των Γραφών. Όλα αυτά ζουν και συνταιριάζουν σε μια αρμονική ενότητα αφού Μία είναι η πηγή τους. Ο Λόγος του Θεού. Η παράδοση λοιπόν είναι η λογική όψη της αποκάλυψης, μία αποκάλυψης που απαιτεί δύο συμμετέχοντες. Αυτόν που μιλά και αυτόν που ακούει, διότι δίχως τον δεύτερον δεν υφίσταται. Αυτός που ακούει εν προκειμένω είναι η Εκκλησία, που από μόνη της δεν είναι πηγή, αλλά το πλαίσιο που αποκαλύπτεται η πηγή[41] και διαφυλάσσεται και διακηρύσσεται από το όλο σώμα της, στην πληρότητά του.

Υποσημειώσεις

  • Π.Ν.Τρεμπέλα «Δογματική», Τόμος Α΄, σελίς 121.
  • Θεοδώρου Ανδρέας, Βασική Δογματική Διδασκαλία - Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, 2η έκδ., Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2006, σελ. 18.
  • Τρεμπέλας, ό.π..
  • Βλ. για τα κριτήρια: Θεοδώρου, ό.π., σελ. 18-19.
  • ·  Αγίου Νεκταρίου, Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις, 4η έκδ., εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2001 (c1899), σελ. 177.
  • ·  Θεοδώρου, ό.π., σελ. 20.
  • ·  Π.Ν.Τρεμπέλα, «Δογματική», Τόμος Α΄, σελίς 28
  • ·  ενθ. αν.
  • ·  Πολυκράτης Εφέσου Epist.CXXIV m.54, 1063
  • ·  Ειρηναίος, Έλεγχος III, XXIV, 1. M 7, 966
  • ·  Μ. Βασιλείου, Προς Ευστάθιον, PG 32, 829Β.
  • ·  Καραβιδόπουλος Δ. Ιωάννης, "Η ερμηνεία της Καινής Διαθήκης στην Ορθόδοξη ΕΚκλησία", σελ. 11-30 (εδώ σελ. 25) στο Βιβλικές Μελέτες Β' (Βιβλική Βιβλιοθήκη #16), Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2000.
  • ·  Ματσούκας Α. Νίκος, Δογματική και Συμβολική θεολογία, τόμ. Γ' (Ανακεφαλαίωση και Αγαθοτοπία-Έκθεση του οικουμενικού χαρακτήρα της χριστιανικής διδασκαλίας), Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 151.
  • ·  ό.π..
  • ·  Ματσούκας, Δογματική..., Γ', ό.π..
  • ·  στο ίδιο.
  • ·  Καραβιδόπουλος, "Η ερμηνεία...", ό.π., σελ. 24-25.
  • ·  Παναγόπουλος Ιωάννης, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Ακρίτας, Αθήνα 1994, σελ. 21.
  • ·  Παρατίθεται στο: Μπούμης Ι. Παναγιώτης, Οι Kανόνες της Eκκλησίας περί του Kανόνος της Αγ. Γραφής, 2η έκδ., Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1991, σελ. 202.
  • ·  Παναγόπουλος, ό.π..
  • ·  Τα εδάφια που ακολουθούν προέρχονται από το: Αγίου Νεκταρίου, Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις, 4η έκδ., εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2001 (c1899), σελ. 177.
  • ·  Αγίου Νεκταρίου, ό.π..
  • ·  Αγίου Νεκταρίου, ό.π., σελ. 260-261.
  • ·  Καρμίρης Ιωάννης, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α', 2η έκδ., Αθήνα 1960, σελ. 242.
  • ·  Νικ. Μητσόπουλος, "Παράδοσις Ιερά", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (Θ.Η.Ε.), τόμ. 10, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1967, στ. 26.
  • ·  Γ. Φλορόσφκι, Το σώμα του ζώντος Χριστού, σελ. 87
  • ·  Ειρηναίου Λουγδούνου, Έλεγχος... 1, 10, 2. 3, 4, 1. 3, 24, 1. 3, 4, 1. 4, 26, 2
  • ·  S. Boulgakoff, L' Orthodoxie, σελ. 38
  • ·  Γ. Φλορόφσκι, Το σώμα του..., σελ. 90
  • ·  S. Boulgakoff, ενθ.αν., σελ. 38
  • ·  Γ. Φλορόφσκι, Το σώμα του ζώντος..., σελ. 91
  • ·  Χωμιακόφ, Η μία εκκλησία, παρ. 5
  • ·  Γ. Φλορόφσκι, Το σώμα..., σελ. 93
  • ·  ο.π.
  • ·  ο.π.
  • ·  ο.π., σελ. 94
  • ·  ο.π., σελ. 96
  • ·  ο.π., σελ. 98
  • ·  ο.π., σελ. 99
  •  ο.π., σελ. 103
  • ο.π., σελ. 106

Σημαντικά Νέα

Tα Ιερά Μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Με τον όρο Μυστήρια αναφερόμαστε γενικά στις θεοσύστατες τελετές της Ορθόδοξης Εκκλησίας που είναι απαραίτητες για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Περί τῆς τελέσεως τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων Βαπτίσματος - Χρίσματος

Τό μέν Βάπτισμα ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά δεσμά τοῦ διαβόλου καί τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί τόν ἐντάσσει στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στή μεγάλη δηλαδή οἰκογένεια τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, τό δέ Χρῖσμα παρέχει σ’ αὐτόν τή Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος.

Περί τῆς τελέσεως τοῦ Ἱεροῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου

Ὁ Γάμος, «Μυστήριον μέγα» κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, ἑνώνει μέ δεσμό ἄρρηκτο δύο νέους ἀνθρώπους ἀνθρώπους, ἄνδρα και γυναῖκα.

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

Ενημερωτικό δελτίο

Διεύθυνση
Αρτέμιδος και Ζαμάνου,
Γλυφάδα, ΤΚ : 16674
Προϊστάμενος Ναού :
π. Γεώργιος Φειδόπουλος
Τηλ. 210 8949167
ΦΑΞ 210 8944398
Πρόεδρος Φιλοπτώχου:
π. Γεώργιος Φειδόπουλος
Τηλ. 210 8949167
Υπεύθυνος Νεότητας:
π. Δημήτριος Μαλλιάτσος
Τηλ. 210 8949167