Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Νέα - Δραστηριότητες

Οι Μεγάλες Γιορτές της Εκκλησίας

28-06-2018 14:44

Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

Οι χριστιανικές γιορτές που γιορτάζουμε αυτές τις ημέρες είναι γεγονότα που ξεπερνούν τις στενές χωροχρονικές συναρτήσεις και αποσκοπούν να εντάξουν τον άνθρωπο στο μεγάλο μυστήριο της σωτηρίας. Είναι τομές μέσα στον ιστορικό χρόνο, που τον αγκαλιάζουν και τον κάνουν αιωνιότητα. Είναι μεγάλα ορόσημα, με μοναδική λυτρωτική σημασία για τον πιστό. Έτσι ο χρόνος για τον άνθρωπο πού συμμετέχει στο γιορταστικό κύκλο της Εκκλησίας δεν είναι μία μονότονη ροή ωρών, ημερονυκτίων, εβδομάδων, μηνών και ετών, αλλά ενταγμένος στη λυτρωτική διάσταση αυτών των ήμερων του μεταφέρει το μήνυμα της εν Χριστώ αναγεννήσεως, την οποία καμία άλλη ενδοκοσμική δύναμη δεν μπορεί να προσφέρει.

Σε αυτή τη λυτρωτική διάσταση μας μεταφέρει και η γιορτή των Θεοφανείων ή Επιφανειών ή Αγίων Φώτων, πού είναι η αρχαιότερη μετά το Πάσχα δεσποτική γιορτή.

Το θέμα της είναι η βάπτιση του Ιησού Χριστού από τον Πρόδρομο στον Ιορδάνη ποταμό και η Θεοφάνεια (φωνή του Πατέρα για τον Υιό, κάθοδος του Αγίου Πνεύματος εν είδει περιστεράς).

Η αρχή της γιορτής είναι ανάλογη με τη γιορτή των Χριστουγέννων. Την 6η Ιανουαρίου οι Εθνικοί της Αιγύπτου και Αραβίας γιόρταζαν το χειμερινό ηλιοστάσιο, το όποιο κατά τους αρχαίους υπολογισμούς συνέπιπτε με την 6η Ιανουαρίου και την αρχόμενη με την αύξηση της ημέρας νίκη του φωτός κατά του σκότους. Στις αρχές του γ’ αιώνα πρώτοι οι αιρετικοί οπαδοί του Βασιλείδου επιχείρησαν την αντικατάσταση της ειδωλολατρικής αυτής γιορτής με τη γιορτή της βαπτίσεως του Χριστού. Λίγο αργότερα η Εκκλησία της Ανατολής καθόρισε την 6η Ιανουαρίου ως ήμερα γιορτής των Επιφανειών ή Θεοφανείων.

Έτσι στην επιφάνεια των ψευδών θεών και αυτοκρατόρων η Χριστιανική Εκκλησία αντέταξε την επιφάνεια του αληθινού Θεού και Βασιλέως Χριστού, τα αληθινά Θεοφάνεια. Επίσης στη λατρεία του ηλίου, πού νικάει κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο το σκοτάδι της νύχτας, αντιπαρέθεσε τη λατρεία του αληθινού ηλίου, του Χριστού, πού κατά τον Ησαΐα ανέτειλε στον εν σκότει και σκιά θανάτου καθήμενο κόσμο.

Επί πλέον η βάπτιση του Χριστού και τα Θεοφάνεια σημαίνουν την ανάδειξη του Χριστού στον κόσμο ως Μεσσία και Λυτρωτή. Η φωνή του Πατέρα πού ακούγεται κατά τη βάπτιση του Χριστού υποδηλώνει την ενθρόνιση Του ως του μόνου και αληθινού Βασιλέως και Κυρίου της ανθρωπότητας. Η βάπτιση του Χριστού εισάγει στον κόσμο ένα νέο είδος εξουσίας, την εξουσία και δύναμη που πηγάζουν από την αγάπη και τα παθήματα χάρη των άλλων.

Η γιορτή των Θεοφανείων αποτελεί και την απαρχή τον χριστιανικού βαπτίσματος και τον αγιασμού του κόσμου. Στον Ιορδάνη ο Χριστός αγίασε τα ύδατα ώστε να γίνουν «αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον»,

Στους πρώτους μάλιστα χριστιανικούς αιώνες την ήμερα των Θεοφανείων γινόταν και ο φωτισμός δηλ. το βάπτισμα των κατηχουμένων, από το όποιο η γιορτή των Θεοφανείων ονομάσθηκε και γιορτή των Φώτων.

Το βαθύτερο νόημα της γιορτής των Θεοφανείων φανερώνεται σε εκείνους, πού θα λουσθούν στα νάματα τον Ιορδανού και θα καθαρίσουν με τον αγιασμό τις αισθήσεις τους από το συσκοτισμό της καθημερινότητας. Σε εκείνους πού θα προσεγγίσουν το μεγάλο μυστήριο της σωτηρίας όχι νοησιαρχικά, αλλά βιωματικά. Τότε θα δουν με έκπληξη και δέος ότι τα γεγονότα αυτών των ήμερων είναι τόσο κοντά μας και έχουν να μας δώσουν ένα μήνυμα σύγχρονο και επίκαιρο. Ένα μήνυμα ελευθερωτικό και σωστικό. Το μήνυμα του σωσμένου, του ακέραιου και αυθεντικού ανθρώπου. Ένα μήνυμα πού διαφυλάσσεται δύο χιλιάδες χρόνια τώρα στο χώρο της Εκκλησίας, πού είναι ο παρατεινόμενος στους αιώνες Χριστός και αποτελεί το χώρο της λυτρώσεως και καταφάσεως της ανθρώπινης αξίας. Μονάχα εκεί διασώζεται η αρχέγονη κληρονομιά του άνθρωπου και ορίζεται το νόημα τον υπάρχειν μέσα στον κόσμο.

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις γίνεται αντιληπτό το θεολογικό βάθος των ευχών της γιορτής των Θεοφανείων, πού είναι γεμάτες ενεστωτικές σωτηριολογικές εκφράσεις και αποτελούν ύμνο της ανακαινισμένης εν Χριστώ κτίσεως:

«Σήμερον τα του Ιορδανού νάματα, μεταποιείται τη του Κυρίου παρουσία.

Σήμερον ρείθροις μυστικοίς πάσα η κτίσις αρδεύεται.

Σήμερον   του   σκότους ελυτρώθημεν και τω φωτί της θεογνωσίας καταυγαζόμεθα.

Σήμερον η αχλύς του κόσμου καθαίρεται τη επιφάνεια του Θεού ημών.

Σήμερον  τα  άνω τοις κάτω συνεορτάζει και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί.

Σήμερον λαμπαδοφεγγεί πασά η κτίσις άνωθεν.

Σήμερον η πλάνη κατήργηται και οδόν ημίν σωτηρίας εργάζεται η του Δεσπότου επέλευσις…»

Πηγή: «Όσιος Νικάνωρ» (περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Γρεβενών), τεύχος 301, Ιανουάριος 2011.

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Την πρώτη του έτους η Αγία μας Εκκλησία μας καλεί να εορτάσουμε εφ’ ενός μεν το γεγονός της Περιτομής του Κυρίου μας, αφ’ ετέρου δε να ξαναφέρουμε στη μνήμη μας την Αγία Μορφή του Αγίου Βασιλείου

Γενικά περί του γεγονότος της Περιτομής

Αν και ο Ευαγγελιστής Λουκάς κρίνεται ιδιαίτερα ιστορικός στις ευαγγελικές του περιγραφές, εντούτοις το συγκεκριμένο γεγονός το περιγράφει εξαιρετικά συνοπτικά, παρότι ο ίδιος ιατρός στο επάγγελμα, δημιουργώντας έτσι εύλογα πολλές απορίες μέχρι και αμφισβητήσεις αν τούτο συνέβη τουλάχιστον κατά πράξη. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει αυτό χρονικά αμέσως μετά την γέννηση του Ιησού στη Βηθλεέμ, κατά την 8η ημέρα, σύμφωνα με τον σχετικό εβραϊκό νόμο και κατόπιν προηγηθέντος οράματος του Αρχαγγέλλου Γαβριήλ στον θεομνήστωρα Ιωσήφ. Στη περιγραφή όμως της Θείας Γέννησης ο Λουκάς φέρεται να αγνοεί την προσέλευση των Μάγων, την επικείμενη σφαγή των νηπίων και εξ αυτού του κινδύνου τη Φυγή στην Αίγυπτο της Αγίας Οικογένειας. Έτσι παραμένει αναπάντητο το αναφυόμενο ερώτημα: την 8η ημέρα που βρισκόταν η Αγία Οικογένεια;
Επ΄ αυτού του επίμαχου σημείου στην "Εκκλησιαστική Ιστορία" (Τόμος Α΄), του Μελετίου Αθηνών, αναφέρεται ότι ο Εφραίμ ο Σύρος βεβαίωνε ότι "ο Κύριος περιετμήθη υπό του Ιωσήφ, του νομιζομένου πατρός αυτού, εν τω σπηλαίω". Την αυτή θέση είχε και ο Επιφάνιος. Οι θείοι όμως Ευαγγελιστές δεν έγραψαν τίποτα περί αυτού, καταλήγοντας η Εκκλησιαστική Ιστορία "αλλ' ούτε ήτο χρεία και ανάγκη να γράψωσι, καθότι η τούτων γνώσις ουδέν παρέχει όφελος εις την σωτηρίαν ημών".

Νόμος Περιτομής

Όσον αφορά την πράξη της Περιτομής που ουσιαστικά πρόκειται για ακρωτηριασμό, μετά από επέμβαση αφαίρεσης της ακροποσθίας, ή ακροβυστίας από το ανδρικό μόριο, αυτή ήταν ήδη γνωστή στην πρώιμη αρχαιότητα, είτε ως προληπτικό μέτρο υγιεινής, είτε ως μέτρο θεραπείας, ιδιαίτερα από τους αρχαίους Αιγυπτίους και τους λαούς της ερήμου,όπως οι Αιθίοπες, εκτός τους Βαβυλωνίους και τους Ασσυρίους, λαμβάνοντας υπόψη τις μεγάλες θερμοκρασίες με την παράλληλη λειψυδρία των περιοχών τους. Μέτρο υγιεινής, επίσης γνωστό στους αρχαίους Έλληνες, όπως σημειώνει ο Ηρόδοτος, πλην όμως απορριπτέο. Κατά περίεργο όμως τρόπο ο ακρωτηριασμός αυτός, σύμφωνα με τη θεόπνευστη Παλαιά Διαθήκη, φέρεται να την επέβαλε ο Γιαχβέ στον Αβραάμ, ως "νόμο περιτομής" με έκδηλο χαρακτήρα τον μόνιμο στιγματισμό ως σφράγιση - διαθήκης των απογόνων του τελευταίου μετά του Γιαχβέ και ως μέσου διάκρισης (διακριτικού σημείου) αυτών με άλλους λαούς, όπως σημειώνει ο Προφήτης Μωυσής στο Βιβλίο της Γένεσης.
Στη συνέχεια όταν οι Εβραίοι βρέθηκαν περιπλανώμενοι στην έρημο, (42 χρόνια), όπου δεν αναμιγνύονταν με άλλους λαούς έπαψαν να περιτέμνονται. Τον καιρό όμως που οι Εβραίοι, κατευθυνόμενοι από τον Γιαχβέ, διήλθαν τον Ιορδάνη ποταμό προκειμένου να καταλάβουν την Ιεριχώ, επανήλθε ο Γιαχβέ με δεύτερη εντολή - νόμο περιτομής όπως περιγράφει ο Ιησούς του Ναυή στο βιβλίο του την οποία και τέλεσε ο ίδιος, θεία εντολή, με πέτρινα ακρότομα μαχαίρια στο λεγόμενο εξ αυτού τόπο "Βουνός των ακροβυστιών".

Στην εύλογη απορία γιατί έπρεπε να χρησιμοποιηθούν πέτρινα ακρότομα μαχαίρια και όχι μεταλλικά, ο Άγιος Θεοδώρητος έθεσε ως απάντηση ότι οι Εβραίοι βιάζονταν τότε να τελέσουν την εορτή του Πάσχα (την Έξοδό τους από την Αίγυπτο), αλλά ερχόμενοι από την έρημο δεν είχαν τόσα πολλά μαχαίρια για να περιτμηθεί όλος ο λαός και "θεία εντολή" δόθηκε η χρήση πέτρινων ξυραφιών αρχικά από τον Ιησού του Ναβή βοηθούμενος στη συνέχεια από τους ιερείς. Όσον αφορά τον προσδιορισμό της "ογδόης ημέρας" από τον Γιαχβέ και όχι την "εβδόμη", ή την "ενάτη" ή κάποια άλλη, η απάντηση αποκαλύπτεται από τον θεόπτη Μωυσή στο Λευιτικό[4] όπου σύμφωνα με τη βιβλική αντίληψη η γυναίκα όταν γεννήσει άρρεν βρέφος "επτά ημέρας ποιεί δια την πρώτην κάθαρσιν και τεσσαράκοντα δια την τελείαν, όταν δε γεννήσει θήλυ ποιεί εις μεν την πρώτην δις επτά (δηλαδή 14 ημέρες), εις δε την δευτέραν εξήκοντα έξ (66). Συνεπώς την ογδόη ημέρα το άρρεν βρέφος "περιτετμημένον υπάρχoν και σεσημειωμένον δια του σημείου της Περιτομής, θηλάζει το καθαρό γάλα της κεκαθαρμένης μητρός του." Έτσι κάτω από αυτές τις συνθήκες καθιερώθηκε στην ιουδαϊκή θρησκεία η περιτομή όλων των αρρένων βρεφών να γίνεται από ιερείς με πέτρινο ξυράφι, κατά την "όγδοη ημέρα" από της γεννήσεώς τους, λαμβάνοντας παράλληλα την αυτή ημέρα το όνομά τους, κατά την έννοια της βάπτισης. Υπεύθυνος για την περιτομή του άρρενος βρέφους είναι ο πραγματικός ή θετός πατέρας του. Άτομο απερίτμητο δεν μπορεί να συμμετάσχει στην εορτή του εβραϊκού Πάσχα, αλλά ούτε και να ανήκει σε εβραϊκή κοινότητα, μη έχοντας τη σφράγιση του Γιαχβέ.

Θέσεις - παραθέσεις

Μετά τη συνοπτική αναφορά των παραπάνω που κρίθηκαν αναγκαία για την ευρύτερη αντίληψη της εβραϊκής σκοπιμότητας της περιτομής σημειώνονται και τα ακόλουθα αξιοπρόσεκτα από τους προφητικούς κύκλους της Παλαιάς Διαθήκης: Ο Προφήτης Ιερεμίας θύμιζε ότι η περιτομή δεν έχει καμία αξία μπρος στην αφαίρεση της ακροβυστίας της καρδιάς. Με το ίδιο πνεύμα γίνεται αναφορά και στο Δευτερονόμιο. Ιστορικά δε η περιτομή των Εβραίων έλαβε το κατ΄ εξοχή σημείο διάκρισης της φυλής τους, αμέσως μετά τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία.
Ως προς την καθ’ εαυτή Περιτομή του Ιησού σημειώνονται τα ακόλουθα: Η ονοματοδοσία του Ιησού προηγήθηκε της γέννησης Του με Αρχαγγελική εντολή. Ο μνήστωρ Ιωσήφ δεν ήταν φυσικός πατέρας του Ιησού, αλλά ούτε και θετός ώστε να είναι υπόχρεος της περιτομής. Η Φυγή της Αγίας Οικογένειας στην Αίγυπτο ουσιαστικά ήταν φυγή εκτός ιουδαϊκού γεωγραφικού χώρου. Η περιτομή στην Αίγυπτο δεν ήταν υποχρεωτική. Ο Ιησούς επέστρεψε στη Γαλιλαία μετά το θάνατο του Ηρώδη του Μέγα. Ο Ιησούς έθεσε ως σφραγίδα της θρησκείας της αγάπης την Ιερή βάπτισή Του. Στις διδασκαλίες Του απευθυνόταν αδιακρίτως σ' όλους τους λαούς και όχι προς μια μόνο εθνότητα - φυλή της οποίας τον Νόμο πολλές φορές όχι μόνο κατηγόρησε, ταυτιζόμενος έτσι περισσότερο στην άποψη του Ιερεμία και τη θέση του Δευτερονομίου, αλλά στάθηκε και δογματικά ενάντιος. Τέλος σημειώνεται ότι ουδεμία μνεία γίνεται σε ιερά κείμενα ο Ιησούς να υπήρξε μέλος Συναγωγής, ή να εόρτασε ποτέ το Πάσχα των Εβραίων.

Τα διάφορα κενά που δημιούργησε η συγκεκριμένη συνοπτική περιγραφή του Ευαγγελιστή Λουκά προσπάθησε μια μεγάλη χορεία Αποστόλων και Πατέρων της Εκκλησίας να καλύψει, ή και να ερμηνεύσει λαμβάνοντας λέξεις - κλειδιά (π.χ. πέτρα, πέτρινο, μάχαιρα, οκτώ και ογδόη, αμαρτία κ.ά.), τόσο από τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης όσο και της Καινής, προβάλλοντας εξ αυτών την αναγκαιότητα της πράξης της περιτομής, ακόμα και για να αντιμετωπίσει αναφυόμενες κατά καιρούς αιρέσεις, όπως τον Μανιχαϊσμό κ.ά. Χαρακτηριστική είναι η σχετική αναφορά του Αποστόλου Παύλου: πέτρα ήν ο Χριστός", ή "ο λόγος του Θεού είναι ενεργής και τομώτερος υπέρ πάσαν μάχαιραν δίστομον". Δεν είναι και λίγες όμως οι φορές που η επιχειρηματολογία είναι πτωχή δημιουργώντας νέους προβληματισμούς αντί αποσαφήνιση, όπως π.χ. ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός που χαρακτηρίζει την ακροβυστία "περίσσευμα άχρηστο" συνδυάζοντάς το με "περίσσευμα ηδονής" και εξ αυτού "περίσσευμα αμαρτίας".
Τελικά οι Απόστολοι Πέτρος και Ιάκωβος συναχθέντες με τους υπολοίπους κατά τη Σύναξη των Αποστόλων, εξοβελίζοντας την περιτομή νομοθέτησαν το μυστήριο της βάπτισης, ενώ ο Απόστολος Παύλος τονίζει: "Εάν περιτέμνησθε Χριστός υμάς ουδέν ωφελήσει", συμπληρώνοντας σε άλλο σημείο: "Εν γαρ Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή τι ισχύει, ούτε ακροβυστία, αλλά καινή κτίσις", που είναι το Άγιο Βάπτισμα ως αχειροποίητος εν πνεύματι περιτομή κατά την έννοια της σφράγισης πίστης στον Τριαδικό Θεό. Εξ ου και η ρηματική επικεφαλίδα στον Μέγα Συναξαριστή:

Χριστού περιτμηθέντος, ετμήθη Νόμος
Και του Νόμου τμηθέντος, εισήχθη χάρις

Μέγας Βασίλειος

(Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια)

 Ο Βασίλειος Καισαρείας (330 - 1 Ιανουαρίου 379), γνωστός και ως Μέγας Βασίλειος ή Άγιος Βασίλης, ήταν Έλληνας επίσκοπος της Καισαρείας στην ΚαππαδοκίαΜικρά Ασία (στη σημερινή Τουρκία). Ήταν σημαίνων θεολόγος που υποστήριξε το Σύμβολο της Πίστεως και αντιτάχθηκε στις αιρέσεις της πρωτοχριστιανικής εκκλησίας, μεταξύ των οποίων και ο Αρειανισμός. Επίσης, ήταν Πατέρας της Εκκλησίας και ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, που θεωρούνται προστάτες της παιδείας.

Η ζωή του Βασίλειου της Καισαρείας

Γεννήθηκε από Άγιους γονείς το 330 μ.Χ. στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του Άγιου Βασίλειου ασκούσε το επάγγελμα του καθηγητή ρητορικής στη Καισάρεια της Καππαδοκίας και η μητέρα του Αγία Εμμέλεια ήταν απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων (ο πατέρας της είχε πεθάνει ως Χριστιανός μάρτυρας). Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ ή εννέα παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Ναυκράτιος που έγινε ασκητής και θαυματουργός Άγιος, η Μακρίνα (Οσία Μακρίνα) και ο Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας, ενώ κάποιο φαίνεται να πέθανε σε βρεφική ηλικία.

Ο Βασίλειος μεταφέρθηκε από τη γιαγιά του Μακρίνα στο κτήμα των Αννήσων κοντά στον ποταμό  Ίρι  της Μικράς Ασίας, όπου ανατράφηκε από αυτήν μέχρι το θάνατό της και μετέπειτα από την πρωτότοκη αδερφή του Μακρίνα η οποία επηρέασε καθοριστικά τον μικρό Βασίλειο να στραφεί στην Χριστιανική πίστη. Την εγκύκλια παιδεία έλαβε από τον πατέρα του ενώ μετά την εκδημία του (γύρω στα 345) μετέβη στην Καισάρεια. Κατόπιν η ανάγκη του για περαιτέρω μόρφωση τον έφερε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε κοντά στο γνωστό δάσκαλο της εποχής Λιβάνιο και επακόλουθα στην Αθήνα (352).

Στην Αθήνα γνωρίστηκε με το Γρηγόριο από την Καππαδοκία, αναπτύσσοντας μία μεγάλη φιλία, εγγράφηκε στη σχολή του Χριστιανού φιλοσόφου Προαιρεσίου και παρακολούθησε τη διδασκαλία του καθώς και τη διδασκαλία άλλων φιλοσόφων όπως ο Ιμέριος.

Επέστρεψε στην πατρίδα του το καλοκαίρι του 356, εγκαταστάθηκε στην Καισάρεια και, συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358, επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, βαπτίζεται Χριστιανός, πιθανόν από τον επίσκοπο Διάνιο, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, επιθυμώντας την ανεύρεση κατάλληλου τόπου διαμονής. Επέστρεψε το 359 στον Πόντο και για μικρό χρονικό διάστημα διέμεινε στην Αριανζό, κοντά στο φίλο του Γρηγόριο.

Τον Ιανουάριο του 360 φαίνεται να συμμετείχε, ως παρατηρητής εντεταλμένος από τον επίσκοπο Διάνιο, στην αρειανική Σύνοδο, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη, για την έριδα μεταξύ Ομοουσιανών και Ομοιανών. Μετά την υπογραφή, από μέρους του Διανίου, του συμβόλου των Ομοιανών, ο Βασίλειος απογοητευμένος αποσύρθηκε στο ησυχαστήριο της αδερφής του εγκαινιάζοντας τη μνημειώδη αλληλογραφία του με το Γρηγόριο.

Το καλοκαίρι του 364 ο Ευσέβιος Καισαρείας τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Η μεγάλη δραστηριότητα και η μόρφωση του Βασιλείου προκάλεσαν τα ζηλόφθονα αισθήματα του Ευσεβίου γεγονός που οδήγησε τον πρώτο, για ακόμα μία φορά, να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η μεσολάβηση, όμως, του Γρηγορίου επιφέρει εξομάλυνση των σχέσεων και την επιστροφή του Βασιλείου στην Καισάρεια. Μετά το θάνατο του Ευσεβίου, με τη συνδρομή του Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού, εκλέγεται διάδοχός του στην επισκοπική έδρα της Καισάρειας και αναλαμβάνει συν τω χρόνω, λόγω του κύρους της προσωπικότητάς του, την εξαρχία της Αρχιεπισκοπής του Πόντου.

Στον εκκλησιαστικό τομέα, ως επίσκοπος πλέον, ο Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), όντας σε επιστολική επικοινωνία με το Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στην περιφέρεια της ποιμαντικής του ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων χριστιανικών, μη ορθόδοξων, ομολογιών. Σε αυτό τον τομέα έδρασε και ως επίσκοπος, δηλαδή οργανωτικά, αλλά και με την αντιρρητική του γραμματεία. Μέσα από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από τους πιστούς καθώς και η ποιμαντική μέριμνα, που επέδειξε έναντι των αποκομμένων και περιθωριοποιημένων μελών της Εκκλησίας. Η όλη του δραστηριότητα επιφέρει τη βαθμιαία αναγνώρισή του ως κοινού έξαρχου ολόκληρου του ασιατικού θέματος της Αυτοκρατορίας.

Στην οικουμενική Εκκλησία ο Βασίλειος αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος βαθμιαία αποσύρεται από την ενεργό δράση λόγω γήρατος. Εργάζεται για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας. Προσπαθεί να βρίσκεται σε αλληλενέργεια με τα ορθόδοξα πατριαρχεία και ουσιαστικά υποκαθιστά και αντικαθιστά την αρειανίζουσα ιεραρχία του πολιτικού κέντρου της Αυτοκρατορίας. Σε αυτή την προσπάθεια συναντά την αδιάφορη ή προκατειλημμένη στάση των άλλων πατριαρχείων, γεγονός, που παρά την απογοήτευση που του επιφέρει δεν τον καταβάλει στη συνέχιση του αγώνα του.

Έργο ζωής και σημαντικό σταθμό στην πορεία του, αποτελεί η ίδρυση και λειτουργία ενός κοινωνικού φιλανθρωπικού συστήματος, του Πτωχοκομείου ή αλλιώς «Βασιλειάδας». Εκεί διοχετεύει όλη την ποιμαντική του ευαισθησία, καθιστώντας την πρότυπο κέντρου περίθαλψης και φροντίδας των ασθενέστερων κοινωνικά ατόμων. Ουσιαστικά η Βασιλειάδα υπήρξε ένας πρότυπος οίκος για τη φροντίδα των ξένων, την ιατρική περίθαλψη των φτωχών άρρωστων και την επαγγελματική κατάρτιση των ανειδίκευτων. Καθίσταται η μήτρα ομοειδών οργανισμών που δημιουργήθηκαν σε άλλες επισκοπές και στάθηκε η σταθερή υπενθύμιση στους πλουσίους του προνομίου τους να διαθέτουν τον πλούτο τους με έναν αληθινά χριστιανικό τρόπο.

Καταπονημένος από την ευρεία δράση που ανέπτυξε σε πολλούς τομείς της χριστιανικής μαρτυρίας καθώς και την ασκητική ζωή, την οποία ακολουθούσε, ο Βασίλειος πεθαίνει την 1 Ιανουαρίου του 379 σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχουν Ιουδαίοι, πιστοί της εθνικής θρησκείας και ένα πλήθος ανομοιογενούς θρησκευτικής και εθνικής απόχρωσης. Η παρακαταθήκη του υπήρξε το τεράστιο σε μέγεθος και σημασία θεολογικό – δογματικό του έργο μαζί με τη συμβολή του στη λειτουργική και την πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση.

Εορτή

Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία την 1η Ιανουαρίου ενώ από το 1081 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας. Η Αγγλικανική και η Καθολική εκκλησία τιμούν την μνήμη του στις 2 Ιανουαρίου, ενώ η Λουθηρανική και η Επισκοπελιανή, στις 14 Ιουνίου. Το έθιμο της βασιλόπιτας (γλυκό φούρνου που μέσα τοποθετείται ένα νόμισμα) συνδέεται με τον Άγιο Βασίλειο. Σερβίρεται στο γιορτινό τραπέζι της Πρωτοχρονιάς, δηλαδή την ημέρα που τιμάται η μνήμη του. Σύμφωνα με την παράδοση μπήκαν κάποτε εχθροί στην Καισάρεια και έκλεψαν όλα τα χρυσαφικά. Με ένα θαυματουργό τρόπο βρέθηκαν τα κοσμήματα και ο Επίσκοπος Άγιος Βασίλειος σκέφτηκε να κάνει μια τεράστια πίτα, όπου μέσα έβαλε τα κοσμήματα. Καθένας που έπαιρνε ένα κομμάτι αποκτούσε και το κόσμημα που περιείχε το κομμάτι του. Έτσι όλοι ήταν ευχαριστημένοι που είχαν πάλι χρυσά κοσμήματα.

Ορθόδοξη υμνολογία Αγίου

Απολυτίκιο (Ἦχος α')

Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου,

ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου, δι' οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας,

τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας,

τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας.

Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ,

σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

To Έργο του Μεγάλου Βασιλείου

Ο Μέγας Βασίλειος είναι ένας από τους σημαντικότερους δογματικούς θεολόγους του Ορθοδόξου Χριστιανισμού με σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη του Τριαδικού δόγματος. Διακήρυξε την ενότητα της Αγίας Τριάδας ως μιας ουσίας και προχώρησε στον προσδιορισμό του υποστατικού διαχωρισμού των Προσώπων της. Κάθε υπόσταση διακρίνεται από ορισμένους τρόπους ύπαρξης και μεμονωμένα χαρακτηριστικά (ιδιώματα): ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννηθείς αχρόνως και το Άγιο Πνεύμα εκπορευτό διά του Πατρός. Η μόνη προτεραιότητα του Πατέρα είναι λογική, μη χρονική και δεν ενέχει καμία ανωτερότητα.

Στο έργο τόνισε επίσης τη σημασία της διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού. Μεταξύ του άκτιστου Θεού και του κτιστού κόσμου υπάρχει οντολογικό χάσμα, που αποκλείει την κατ’ ουσία κοινωνία και σχέση μεταξύ τους. Ο Θεός καθίσταται αντιληπτός στον κόσμο διά των ενεργειών του. Το ότι ο κόσμος διατηρείται στο "είναι" οφείλεται στη δημιουργική, συνεκτική και ζωοποιό ενέργεια του Θεού.

Ο Βασίλειος υπήρξε θαυμαστής του μεγάλου αλεξανδρινού φιλοσόφου Ωριγένη αλλά στο ερμηνευτικό του έργο απορρίπτει την αλληγορική μέθοδο και πλησιάζει προς την αντιοχειανή σχολή. Ερμηνεύει χρησιμοποιώντας το κείμενο ως αφορμή έκθεσης των προσωπικών του θέσεων.

Κεφαλαιώδης ήταν και η συμβολή του στην αξιολόγηση της θύραθεν παιδείας μέσα στη χριστιανική Εκκλησία. Μελετητής ο ίδιος και γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, τη χρησιμοποιεί ως όργανο επεξεργασίας και διατύπωσης των θεολογικών του αντιλήψεων. Η φιλοσοφία, κατά το Βασίλειο, πρέπει να μελετάται υπό το νέο χριστιανικό πρίσμα. Δεν απορρίπτει τη μελέτη των κλασσικών γραμμάτων, αντίθετα προτρέπει στη χρήση τους ως ένδυμα της χριστιανικής θρησκευτικής διδασκαλίας.

Στον τομέα του μοναχισμού ανέλαβε δράση, θέτοντάς τον υπό τον έλεγχο της εκκλησιαστικής ηγεσίας και εισήγαγε την ομολογία της αφιέρωσης στο Θεό και της ένταξης στην αδελφότητα, η οποία προέβλεπε αγαμία, υπακοή και ακτημοσύνη. Επίσης, έθεσε την αυθαίρετη πνευματικότητα του μοναχισμού στη σταθερή βάση της Αγίας Γραφής και τοποθέτησε τους μοναχούς στη γραμμή του κοινού βίου και της οργανωμένης δράσης.

Στις ημέρες του υπήρξε μια σοβαρή αίρεση, ο Αρειανισμός και ο Άγιος αγωνίστηκε για την ενότητα της εκκλησίας, για αυτό έγραψε και σπουδαία θρησκευτικά συγγράμματα, όπως το ¨Περί Αγίου Πνεύματος¨ και εργαζόταν σκληρά, προς την επίλυση των διαφορών, δείχνοντας μόνο τον δρόμο της αγάπης.

Πλούσιο είναι και το νομικό του έργο το οποίο βρίσκουμε συγκεντρωμένο κυρίως στις επιστολές του προς τον Αμφιλόχιο Ικονίου, από τις οποίες προήλθαν οι 85 κανόνες που, αφού επικυρώθηκαν από τη Σύνοδο εν Τρούλω στα τέλη του 7ου αιώνα (691/2), αποτελούν ως σήμερα, ως συστατικό στοιχείο των νομοκανονικών συλλογών, βασικό βοήθημα του εκκλησιαστικού δικαίου. Το ίδιο ισχύει και για ένα άλλο νομικό του έργο, τους λεγόμενους «μοναχικούς κανόνες» διατάξεις που αφορούν την οργάνωση των μονών και τη διαβίωση των μοναχών. Οι κανόνες αυτοί δεν επικυρώθηκαν ποτε. Η έλλειψη ωστόσο συνοδικής επικύρωσης δεν επηρέασε, λόγω του κύρους του συντάκτη, την εφαρμογή τους στην πράξη. Ενδεικτικό της μεγάλης εκτίμησης στο έργο του Μ.Βασιλείου που έτρεφαν οι ερμηνευτές των δικαιϊκών πηγών όχι μόνο του χώρου της Εκκλησίας αλλά και της Πολιτείας, αποδεικνύεται από την συχνή παραπομπή των κανόνων του στα σχόλια των Βασιλικών, της τελευταίας δηλαδή επίσημης κωδικοποιήσεως που πραγματοποιήθηκε κατ΄εντολήν του Λέοντος ΣΤ' του Σοφού στα τέλη του 9ου αιώνα. Ιδιαίτερα αισθητή είναι η επίδραση του Μ. Βασιλείου στο Οικογενειακό Δίκαιο, όπου πρώτος έθεσε με κατηγορηματικότητα το όριο των τριών επιτρεπόμενων γάμων, που απετέλεσε μέχρι το 1982 πολιτειακό δίκαιο και εξακολουθεί ακόμη να ισχύει επί του θρησκευτικού Γάμου.

Συγγραφικό έργο

Τα έργα του κατατάσσονται σε τέσσερεις κατηγορίες:

  • Δογματικά συγγράμματα.

α) "Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου". Αποτελείται από τρία βιβλία και καταφέρεται ενάντια του αρχηγού των Ανομοίων Ευνομίου.

β) "Προς Αμφιλόχιον, περί του Αγίου Πνεύματος". Επιστολική πραγματεία προς τον επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιο σχετικά με το Άγιο Πνεύμα.

  • Ασκητικά συγγράμματα.

α) "Τα Ηθικά". Συλλογή 80 ηθικών κανόνων.

β) "Όροι κατά πλάτος". Περιέχει 55 κεφάλαια με θέμα γενικές αρχές του μοναχισμού.

γ) "Όροι κατ’ επιτομήν". Περιέχει 313 κεφάλαια που αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των μοναχών.

δ) "Περί πίστεως".

ε) "Περί κρίματος".

στ) "Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας". Έργο σχετικό με την παρθενική ζωή.

  • Ομιλίες.

Ορισμένες από τις ομιλίες του είναι:

α) "Εις την Εξαήμερον". Συλλογή 9 ομιλιών με θέμα τη δημιουργία του κόσμου.

β) "Εις του Ψαλμούς". Συλλογή 18 ομιλιών με αφορμή το περιεχόμενο των Ψαλμών του Δαυίδ.

γ) "Περί του ουκ έστιν αίτιος του κακού ο Θεός".

δ) "Περί πίστεως".

ε) "Κατά Σαβελλιανών, Αρείου και Ανομοίων".

στ) "Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων" [8]. Το διασημότερο από τα κείμενα του Βασιλείου, στο οποίο πραγματοποιεί προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ χριστιανικής και κλασσικής παιδείας.

ζ) "Προτρεπτικός εις το άγιον βάπτισμα".

η) "Εις το πρόσεχε σεαυτώ".

θ) "Προς Πλουτούντας".

ι) "Εν λιμώ και αυχμώ".

ια) "Εις την μάρτυρα Ιουλίτταν και περί ευχαριστίας".

  • Επιστολές.

Σώζονται 365 επιστολές με το όνομα του Μεγάλου Βασιλείου, που καλύπτουν την εικοσαετία από την επιστροφή του στην Καισάρεια από την Αθήνα έως και το θάνατό του.

ΕΟΡΤΗ  ΤΩΝ  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Τα Χριστούγεννα (σύνθετη λέξη της δημοτικής Χριστός + γέννα) είναι η ετήσια χριστιανική εορτή της γέννησης του Χριστού και κατ' επέκταση το σύνολο των εορτών από εκείνη την ημέρα, τις 25 Δεκεμβρίου, μέχρι τα Θεοφάνεια ("Γιορτές των Χριστουγέννων"). Την ημέρα των Χριστουγέννων γιορτάζουν ο Χρήστος και η Χριστίνα.

Το χρονικό διάστημα που περικλείει τις γιορτές των Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Θεοφανείων, ονομάζεται στη λαογραφία και Δωδεκαήμερο.

Την ημέρα των Χριστουγέννων γιορτάζουν ο Χρήστος και η Χριστίνα.

Η Ιστορία του εορτασμού των Χριστουγέννων

Η παράδοση θεωρεί ότι η αρχαιότερη ομιλία για τη γιορτή των Χριστουγέννων εκφωνήθηκε από τον Μέγα Βασίλειο στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το έτος 376 μ.Χ.  Άλλες Ιστορικές πηγές επισημαίνουν πως ο εορτασμός των Χριστουγέννων άρχισε να τηρείται στη Ρώμη γύρω στο 335 αν και κάποιοι ερευνητές βασιζόμενοι σε αρχαίους ύμνους με χριστουγεν- νιάτικη θεματολογία θεωρούν ότι τα πρώτα βήματα που οδήγησαν στον εορτασμό αυτό έγιναν μέσα στον 3ο αιώνα.

Επί Πάπα Ιουλίου Α' (337-352) τα Χριστούγεννα σταμάτησαν να γιορτάζονται μαζί με τα Θεοφάνεια και θεσπίσθηκε ως επέτειος η 25 Δεκεμβρίου κατόπιν έρευνας των αρχείων της Ρώμης, όπως πιστεύεται, επί της απόγραφής που έγινε επί αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, σε συνδυασμό με υπολογισμό ρήσης του Ευαγγελίου (το οποίο και συνέτεινε) του Προδρόμου λεχθείσα περί τον Χριστόν: "Εκείνος δει αυξάνειν, εμέ δε ελατούσθαι"  (Ιωάνν. γ'30). Με βάση αυτή την υποθετική πηγή, η Γέννηση του Χριστού ορίσθηκε κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο όπου και αρχίζει η αύξηση των ημερών. Στον καθορισμό της 25ης Δεκεμβρίου ως ημερομηνίας εορτασμού συντέλεσαν προφανώς η μεγάλη εθνική εορτή του "ανίκητου" θεού Ήλιου (Dies Natalis Solis Invicti) και ο εορτασμός των γενεθλίων του Μίθρα που ήταν διαδεδομένα σε όλη την επικράτεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με την έννοια ότι η επιλογή αυτής της ημέρας ως ημέρας γέννησης του Χριστού είχε να κάνει με την προσπάθεια αντικατάστασης των παγανιστικών (μη χριστιανικών) γιορτών που τηρούνταν εκείνον τον καιρό, όπως τα Σατουρνάλια και τα Μπρουμάλια.

Συνεπώς, όταν ο Χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, προσπάθησε να απορροφήσει και να δώσει νέα διάσταση και νέα σημασία σε πανάρχαια λατρευτικά έθιμα και λατρευτικές συνήθειες αιώνων. Πάντως, παρά τις απαγορεύσεις της εκκλησίας για πολλές από τις εκδηλώσεις που τελούνταν στην αντίστοιχη του Δωδεκαημέρου περίοδο ή τις νομοθεσίες, αυτές διατηρήθηκαν κυρίως στην ύπαιθρο καθ' όλη την διάρκεια των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων, μέχρι τον 5ο μ.Χ. αιώνα. Σε μεταγενέστερη εποχή πολλά από τα έθιμα τους (ανταλλαγή δώρων, γλέντια, χαρτοπαίγνια κ.ο.κ.) μεταβιβάστηκαν στον εορτασμό τής Πρωτοχρονιάς.

Στη Ρώμη το Ημερολόγιο του Φιλόκαλου (354 μ.Χ.) περιλαμβάνει στην ημερομηνία της 25ης Δεκεμβρίου, απέναντι από την παγανιστική Natalis invicti, δηλ. "γέννηση του ανίκητου (ήλιου)", την φράση "VIII kaalitan nattis Christus in Bethleem Iudea".

Από τη Δύση ο εορτασμός της Γεννήσεως στις 25 Δεκεμβρίου πέρασε και στην Ανατολή γύρω στο 376. Το 386 ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρότρυνε την εκκλησία της Αντιόχειας να συμφωνήσει στην 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα εορτασμού της Γέννησης. Τον καιρό του Αγ. Αυγουστίνου (354-430) η ημερομηνία της Γιορτής της Γέννησης είχε καθοριστεί, πάντως ο Ιερός Αυγουστίνος την παραλείπει από τον κατάλογό του με τις σημαντικές χριστιανικές επετείους (PL 33.200).

Με τον χρόνο επεκράτησε σε όλο τον χριστιανικό κόσμο εκτός της Αρμενικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που συνεχίζει τον συνεορτασμό με τα Θεοφάνεια.

Το 529 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός απαγόρευσε την εργασία και τα δημόσια έργα κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και τα ανακήρυξε δημόσια αργία. Ως το 1100, καθώς είχε επεκταθεί η δράση των ιεραποστολών στις παγανιστικές ευρωπαϊκές φυλές, όλα τα έθνη της Ευρώπης γιόρταζαν τα Χριστούγεννα. Εν τούτοις, αργότερα, εξαιτίας της Μεταρρύθμισης απαγορεύτηκε ή περιορίστηκε κατά περιόδους η τήρηση του εορτασμού τους σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική, καθώς θεωρούνταν ότι περιλάμβανε σε μεγάλο βαθμό ειδωλολατρικά στοιχεία.

Η σύγχρονη Χριστουγεννιάτικη κουλτούρα διαμορφώθηκε ως επί το πλείστον τον 19ο αιώνα στη Δυτική Ευρώπη και Αμερική. Οι επικριτές των σύγχρονων Χριστουγέννων κάνουν λόγο για χαρακτηριστικά εμπορευματοποίησης και υλισμού που δεν πρεσβεύουν τις αρχές του Χριστιανισμού.

Εορτολόγιο

Της εορτής των Χριστουγέννων προηγείται νηστεία «τεσσαράκοντα ημερών» που αρχίζει από την εορτή του αποστόλου Φιλίππου (14 Νοεμ-βρίου). Η Υμνολογία της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας περιλαμβάνει λαμπρούς ύμνους για τη μεγάλη αυτή εορτή των διασημότερων υμνογράφων της Εκκλησίας όπως του Ρωμανού του ΜελωδούΙωάννου του ΔαμασκηνούΚοσμά επισκόπου Μαϊουμά κ.ά.

Η ημέρα της εορτής του αποστόλου Φιλίππου, στις 14 Νοεμβρίου, στο λαϊκό καλεντάρι χαρακτηρίζεται ως Μικρή Αποκριά, γιατί από την επομένη αρχίζει η νηστεία των σαράντα ημερών για τα Χριστούγεννα, η οποία και λέγεται Μικρή Σαρακοστή. Αυτή η ημερομηνία σε πολλές χώρες της Ευρώπης και Αμερικής θεωρείται ως έναρξη των εορτών των Χριστουγέννων. Το χρονικό διάστημα που περικλείει τις γιορτές των Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Θεοφανείων, ονομάζεται Δωδεκαήμερο.

Η εορτή των Χριστουγέννων είναι η σημαντικότερη από τις ακίνητες εορτές της Ορθοδόξου Εκκλησίας και γι' αυτό έχει προεόρτια και μεθέορτη περίοδο. Όλες τις σχετικές διατάξεις για τις ακολουθίες αυτές τις βρίσκει κανείς στο Τυπικό της Εκκλησίας.

Στη Δύση η εορτή των Χριστουγέννων εορτάζεται λαμπρότερα από εκείνη της Ανάστασης, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στην Ανατολή.

Ανήμερα των Χριστουγέννων σύμφωνα με το ελληνικό/ορθόδοξο- εορτολόγιο, γιορτάζουν αρκετά ελληνικά ονόματα: η Χριστίνα και o Χρήστος, η Εμμανουέλα και ο Εμμανουήλ, η Χρυσαυγή, η Χρύσα. 

Βιβλική αφήγηση της γέννησης του Χριστού

Εκ των τεσσάρων Ευαγγελιστών μόνο ο Λουκάς και ο Ματθαίος αρχίζουν τις αφηγήσεις τους από τη Γέννηση του Ιησού. Οι δύο αυτές περιγραφές φέρονται να συμπληρώνουν η μία την άλλη. Ενώ πληρέστερη φέρεται του Λουκά. Από τον συνδυασμό των παραπάνω και άλλων πηγών, το ιστορικό έχει ως εξής:
Επί Ρωμαίου Αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου και Ηγεμόνα Κυρηνίου της Συρίας , διατάχθηκε απογραφή πληθυσμού σε όλη την Αυτοκρατορία. (Λουκάς Β’ 1-3). Άγγελος Κυρίου επισκέφθηκε τον Ιωσήφ και τον ενημέρωσε για την Θεία Γέννηση του Θεανθρώπου εκ της Παρθένου Μαρίας (Ματθαίος Α’ 20). Τότε ο Ιωσήφ παρέλαβε την Μαρία και από την Ναζαρέτ ήλθαν στη Βηθλεέμ (της Ιουδαίας) που Βασιλεύς της περιοχής ήταν ο Ηρώδης ο Μέγας όπου και γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός (Ματθ. Β’ 1, - Λουκ. Β’ 4-7). Άγγελος Κυρίου εμφανίζεται σε ποιμένες αγγέλλοντας το χαρμόσυνο γεγονός ενώ πλήθος αγγέλων ψάλλουν «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. Β’ 8-14). Ενώ συμβαίνουν αυτά, άστρο φωτεινό (έχει προταθεί ως εξήγηση ο Κομήτης του Χάλεϋ) εξ Ανατολής οδηγεί τρεις Μάγους προς τα Ιεροσόλυμα, που, μετά τη συνάντηση με τον Βασιλέα Ηρώδη, συνεχίζουν και φθάνουν στη Βηθλεέμ όπου μαζί με τους βοσκούς προσκυνούν τον Θεάνθρωπο προσφέροντας Χρυσόν Λίβανο και Σμύρνα. (Ματθ. Β’ 2-12).

Οι χριστιανοί θεωρούν ότι η γέννηση του Χριστού εκπληρώνει τις προφητείες των Εβραϊκών Γραφών και ότι ως Μεσσίας ήλθε για να λυτρώσει τους ανθρώπους από τις αμαρτίες τους.

Υμνογραφία των Χριστουγέννων

Η Βυζαντινή υμνογραφία των εορτών των Χριστουγέννων χαρακτηρίζεται όχι μόνο πλούσια και πανηγυρική αλλά έχει και μεγάλη ποιητική αξία. Οι καταβασίες, τα μεγαλυνάρια, τα στιχηρά ιδιόμελα, τα κοντάκια των ύμνων, οι κανόνες εκφράζουν αισθήματα δέους και θάμβους, κατάνυξης και ευλάβειας. Οι μεγάλοι υμνογράφοι στους ύμνους τους συμπυκνώνουν σε απαράμιλλους στίχους όλη τη θεολογία της Εκκλησίας.

Απολυτίκιο Χριστουγέννων
«Ἡ Γέννησίς σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν
ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως
ἐν αυτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες
ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο
Σὲ προσκυνεῖν τὸν ἥλιον τῆς δικαιοσύνης
καὶ Σὲ γινώσκειν ἐξ ὕψους ἀνατολήν
Κύριε δόξα Σοι

Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός (8ος αι.) συνέθεσε τον «κανόνα εις την Χριστού γέννησιν»:

«Νύμφης πανάγνου τὸν πανόλβιον τόκον,
ἰδεῖν ὑπὲρ νοῦν ἠξιωμένος χορός, 
ἄγραυλος, ἐκλονεῖτο τῷ ξένῳ τρόπῳ 
τάξιν μελωδούσάν τε τῶν Ἀσωμάτων, 
Ἄνακτα Χριστόν, ἀσπόρως σαρκούμενον»

Ο Μέγιστος των Υμνογράφων Ρωμανός ο Μελωδός συνθέτει στιχηρά προεόρτια και τρία κοντάκια για τα Χριστούγεννα μεταξύ των οποίων το πλέον γνωστό:
«Ἡ Παρθένος σήμερον
τὸν Ὑπερούσιον τίκτει
καὶ ἡ Γῆ τὸ σπήλαιον
τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει
Ἄγγελοι μετὰ ποιμένων δοξολογοῦσι
Μάγοι δὲ μετὰ αστέρος ὁδοιποροῦσι
Δι’ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη παιδίον νέον
ὁ πρὸ αἰώνων Θεός».


Στιχηρά ιδιόμελα για την Γέννηση έχουν γράψει επίσης ο Μοναχός Κυπριανός (σύγχρονος του Αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού) που φέρεται και ως ο δημιουργός των σύντομων στιχηρών (όπως «Οίκος του Εφραθά, η πόλις η Αγία, των προφητών η δόξα, ευτρέπισον τον οίκον, εν ω το θείον τίκτεται»), ο Ανατόλιος Στουδίτης (ίδιας εποχής) στον οποίο αποδίδονται τα απόστιχα της κυριώνυμης ημέρας και το μεθεόρτιο δοξαστικό: «Αίμα και πυρ και ατμίδα καπνού ...», ο Ανδρέας ο Πηρός ή Τυφλός (8ος αι.): «Χριστού τα γενέθλια πιστώς προεορτάσωμεν...», ο Βυζάντιος ή Βύζας : «Φάτνη δε υπεδέχου τον τω λόγω λύσαντα της αλόγου πράξεως ημάς τους γηγενείς ...» κ.ά.

Από τους υμνογράφους της εορτής γνωστοί είναι οι Ιωάννης ο Μοναχός, ο γνωστός Κοσμάς ο Μαϊουμά ο μελωδός: «Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χρι-στόν εξ Ουρανού απαντήσατε ...», ο Ανδρέας Κρήτης, η Κασσία, ποιήτρια του δοξαστικού ιδιόμελου του Εσπερινού «Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης ...» κ.ά.

Ιστορική έρευνα της ημερομηνίας γέννησης του Ιησού Χριστού

Η ακριβής χρονολόγηση της ζωής του Ιησού είναι αδύνατη αφού οι υπάρχουσες μαρτυρίες που προέρχονται από την Καινή Διαθήκη χαρακτηρίζονται από χρονολογική ασάφεια και επίσης το αφετηριακό 1 μ.Χ. δεν εναρμονίζεται επακριβώς με τα γενικότερα ιστορικά δεδομένα των χρόνων εκείνων.

Το ημερολόγιο

Η γέννηση του Ιησού τοποθετείται γύρω στο 7 ή 6 π.Χ. ή μεταξύ του 4 ως 1 π.Χ. Αυτό συμβαίνει καθώς το σημερινό ημερολόγιο, στηρίζεται βασικά στους υπολογισμούς του μοναχού και αστρονόμου Διονυσίου του Μικρού, που κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. καθόρισε με τα δεδομένα που είχε τότε, το έτος 754 από κτίσεως Ρώμης ως το χρόνο της γέννησης του Ιησού, αντί του έτους 747 όπως θα έπρεπε με τα σημερινά δεδομένα. Αυτό σημαίνει πως, αν σήμερα ήταν δυνατό να γίνει επανακαθορισμός του παγκόσμιου ημερολογίου, η αρχή του χριστιανικού ημερολογίου θα βρισκόταν επτά περίπου χρόνια νωρίτερα. Τη στιγμή αυτή, συμβαίνει το παράδοξο να θεωρούμε ότι εξαιτίας των λανθασμένων υπολογισμών, η γέννηση του Ιησού να τοποθετείται σε χρόνια προ Χριστού πρέπει να γεννήθηκε στις 30 Μαΐου και όχι στις 25 Δεκεμβρίου.

Οι πληροφορίες των Ευαγγελίων

Πέρα από αυτό, τα λίγα στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη κατά προσέγγιση χρονολόγηση της γέννησης του Ιησού, προέρχονται κυρίως από το Ευαγγέλιο του Λουκά και του Ματθαίου και αφορούν:

  • Τη γέννηση του Ιησού επί αυτοκράτορα Αυγούστου (Λουκ. 2,1), του οποίου η βασιλεία διήρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα (27 π.Χ. - 14 μ.Χ.)
  • Τη γέννηση του Ιησού "εν ταις ημέραις Ηρώδου βασιλέως της Ιουδαίας"(Λουκ. 1,5), του οποίου επίσης η βασιλεία στην Ιουδαία ήταν από τις μακρότερες χρονικά (37-4 π.Χ.).
  • Στις περιγραφές για το άστρο της Βηθλεέμ (Ματθ. 2,2)
  • Στα γεγονότα της "πρώτης"απογραφής, η οποία "εγένετο ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου" (Λουκ. 2,2) (12-8 π.Χ. ή 8-6 π.Χ.)

Οι Μάγοι και ο Θάνατος του Ηρώδη

Το πιο γνωστό σημείο στην προσπάθεια προσέγγισης χρονολογικά της γέννησης του Ιησού, είναι ο θάνατος του Ηρώδη του Μεγάλου. Μπορεί να ειπωθεί με σχετική ακρίβεια ότι ο Ηρώδης πέθανε κατά το έτος 750 "από κτίσεως Ρώμης" (4 π.Χ.) ή λίγο πριν και στη συνέχεια κηρύχθηκε πένθος μιας εβδομάδας. Εφ' όσον ο Ιησούς, γεννήθηκε "εν ημέραις Ηρωδου του βασιλέως", πρέπει να γεννήθηκε σίγουρα πριν από το 750 "από κτίσεως Ρώμης" (4 π.Χ.) κατά το οποίο πέθανε ο Ηρώδης. Αλλά το πρόβλημα είναι, πόσο πριν.

Λαμβάνοντες υπ' όψη τη διαταγή του Ηρώδη να φονευθούν τα νήπια στη Βηθλεέμ "από διετούς και κατωτέρω", υπολογίζεται ότι ο Ιησούς μπορεί να γεννήθηκε έως και δύο χρόνια πριν από τον θάνατο του Ηρώδη. Δηλαδή οι υπολογισμοί φτάνουν στο 6 π.Χ. υποθέτοντας ότι ο Ηρώδης θα επιμήκυνε τον σχετικό χρόνο για να είναι βέβαιος ότι μέσα σ' αυτό το χρονικό διάστημα θα είχε οπωσδήποτε γεννηθεί ο μελλοντικός βασιλιάς των Ιουδαίων. Εξάλλου κατά την ευαγγελική ρήση, αφού ο Ηρώδης κάλεσε τους Μάγους, τους έστειλε στη Βηθλεέμ, όπου συνάντησαν πλέον τον Ιησού ως "παιδίον" και όχι ως βρέφος. Συνεπώς, οι σχετικοί αυτοί υπολογισμοί οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Ιησούς μάλλον θα γεννήθηκε σε χρονικό διάστημα δύο τουλάχιστο χρόνια πριν το θάνατο του Ηρώδη, δηλαδή περίπου το έτος 747 ή 748 "από κτίσεως Ρώμης" (7 ή 6 π.Χ.).

Το άστρο της Βηθλεέμ

Το άστρο της Βηθλεέμ, αν τελικά αφορούσε κάποιο αστρονομικό φαινόμενο, οδηγεί και πάλι στο έτος 747 από κτίσεως Ρώμης ή 7 π.Χ., αφού κατά τον Κέπλερ και άλλους αστρονόμους υπήρξε πράγματι τότε ένα παρόμοιο ουράνιο φαινόμενο που προκαλείται κατά τη συνάντηση των τριών πλανητών, του Κρόνου, του Δία και της Αφροδίτης. Στο φαινόμενο αυτό, μετά παρέλευση δύο ή τριών μηνών, ο Δίας δύει ή εξέρχεται από την τροχιά. Τότε παρατηρείται και πάλι το ίδιο έντονο φωτεινό φαινόμενο που παρουσιάζεται στην αρχή, σαν να εμφανίζεται εκ νέου. Το γεγονός αυτό ταιριάζει με την παρατήρηση του Ματθαίου ότι οι Μάγοι πορευόμενοι προς τη Βηθλεέμ, "είδον" τον "αστέρα" και "εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα", προσθέτοντας ότι το "αστέρι" αυτό ήταν ίδιο με εκείνο "ον είδον εν τη Ανατολή" (Ματθ. 2,9-10). Καθώς ένα ταξίδι από τη Μεσοποταμία στην Παλαιστίνη με τα μέσα της εποχής απαιτούσε δύο ή τρεις μήνες, η χρονική αυτή απόσταση ταιριάζει με την αντίστοιχη φυσική κίνηση του πλανήτη Δία και τη διπλή εμφάνιση του κατά την είσοδο και έξοδο από την τροχιά συνάντησης με τους άλλους δύο πλανήτες.

Η απογραφή Κυρηνίου και οι δυσκολίες χρονολόγησης

Μετά την αποκάλυψη που είχε ο Ιωσήφ για τα συμβαίνοντα στην Μαρία, πέρασαν οι υπόλοιποι μήνες της αναμονής μέχρι το χρόνο του τοκετού. Τότε, "εγένετο εν ταις ημέραις εκείναις και εξήλθεν δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην" (Λουκ. 2,1). Από την ιστορία γνωρίζουμε, ότι ο αυτοκράτορας Αύγουστος είχε διατάξει και άλλοτε τέτοιες γενικής φύσεως απογραφές. Κατά συνέπεια, η αναφορά του Λουκά σε μια παρόμοια απογραφή δεν πρέπει να δημιουργεί προβλήματα. Η αναφορά, όμως, στη συγκεκριμένη αυτή απογραφή του Κυρηνίου, δημιουργεί δυσκολίες από πλευράς χρονολόγησης των γεγονότων της Καινής Διαθήκης, καθώς την εποχή στην οποία αναφέρεται η απογραφή του Ιωσήφ και της Μαρίας, στην ηγεμονία της Συρίας βρισκόταν ο Σέντιος Σατουρνίνος και όχι ο Κυρήνιος.

Μέσα από μελέτη των πηγών, προκύπτει ότι η πρώτη ηγεμονία του Κυρηνίου, αν υπήρξε, τοποθετείται μεταξύ των ετών 12-8 π.Χ. Η πρώτη λύση που δόθηκε στο πρόβλημα της χρονολόγησης ήταν να υποτεθεί πως ο Κυρήνιος εκτέλεσε την απογραφή προς το τέλος της θητείας του (8 π.Χ.), όπως διέταξε ο Αύγουστος Οκταβιανός. Η απογραφή αυτή επειδή ήταν η "πρώτη" που γινόταν στους Ιουδαίους διήρκεσε πολύ χρόνο και την έφερε εις πέρας, σύμφωνα και με τον Τερτυλλιανό, ο διάδοχος του στην ηγεμονία της Συρίας, ο Σέντιος Σατουρνίνος. Έτσι, οι μεν Ρωμαίοι ανέφεραν στα ρωμαϊκά έγγραφα το όνομα εκείνου που ολοκλήρωσε την απογραφή, του Σέντιου Σατουρνίνου, οι δε Ιουδαίοι, από τους οποίους άντλησε την πληροφορία ο Ευαγγελιστής Λουκάς, κράτησαν στη μνήμη τους το όνομα αυτού που την άρχισε και ο οποίος αργότερα, το 6-7 μ.Χ., διενήργησε και την άλλη απογραφή. Συνεπώς, αφού ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει "απογραφή πρώτη εγένετο", εννοείται ότι γνώριζε τη δεύτερη απογραφή του 6-7 μ.Χ. και χρησιμοποίησε το επίθετο "πρώτη" σε αντιδιαστολή προς τη δεύτερη απογραφή. Η απογραφή, επομένως, που αναφέρει ο Λουκάς πρέπει να αποφασίσθηκε την περίοδο 12 π.Χ. έως 8 π.Χ. και να συνδέθηκε με το όνομα του Κυρήνιου αντί του Σατουρνίνου.

Η δεύτερη λύση, που προτείνεται, είναι εκείνη η οποία δέχεται μεν επί Κυρηνίου την αρχή της απογραφής περί το 9 π.Χ., η πρακτική ολοκλήρωση της όμως, ιδιαίτερα στις περιοχές της Συρίας, Παλαιστίνης κ.λπ., πραγματοποιήθηκε από το διάδοχο του, Σατουρνίνο, έξαρχο της Συρίας από το 8-6 π.Χ. Αλλά η απογραφή συνέχιζε να ονομάζεται "απογραφή Κυρηνίου" εξαιτίας σχετικού διατάγματος, και προς την οποία είναι σύμφωνο το σχετικό κείμενο του Λουκά.

Ως τρίτη λύση έχει προταθεί η συνύπαρξη δύο έξαρχων σε κάποια περιοχή, σύμφωνα με πρακτική της εποχής εκείνης, ιδιαίτερα κατά την περίοδο διαδοχής, για ενημέρωση και ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας. Μπορεί έτσι να υποτεθεί ότι κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ των ετών 8-6 π.Χ., κατά τό σύστημα της συνδιοίκησης υπάρχουν στην εξαρχία της Συρίας δύο αξιωματούχοι, ο Κυρήνιος και ο Σατουρνίνος, εκδοχή που προσφέρει μία ακόμη λύση στο πρόβλημα της απογραφής.

Η σφαγή των νηπίων

Το χαρμόσυνο γεγονός της γέννησης του Χριστού, κατά τον Ευαγγελιστή Ματθαίο, κλείνει με το θλιβερό συμβάν της σφαγής των νηπίων τα «υπό του Ηρώδου αναιρεθέντα». Η αναφορά αυτή γίνεται από τον ευαγγελιστή Ματθαίο για να τονισθεί η εκπλήρωση της προφητείας του Ιερεμία "Τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν διὰ ᾽Ιερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος, Φωνὴ ἐν ῾Ραμᾶ ἠκούσθη, κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· ῾Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν." Ο υπολογισμός εξάλλου των σφαγιασθέντων νηπίων, σύμφωνα με τον Συναξαριστή, σίγουρα δεν είναι χιλιάδες, αλλά μερικές δεκάδες παιδιών, κι αυτό εξηγεί την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς από τους ιστορικούς της εποχής, δικαιολογεί όμως τον "κλαυθμό και οδυρμό" της μικρής κοινωνίας της περιοχής.

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

Ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα γεγονότα τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Κυρίου, ἴσως τό ἐνδοξότερο καί τό θεαματικώτερο, εἶναι ἡ Μεταμόρφωσή του. Τό σπουδαίο αὐτό γεγονός ἔγινε στήν κορυφή τοῦ Θαβώρ. Οἱ μαθητές ἐκείνη τήν ὥρα δέν εἶχαν ἀνεβεῖ στό φυσικό Θαβώρ, ἀλλά εἶχαν ἀνεβεῖ στό Θαβώρ τῆς Μεταμορφώσεως, ὅπου δέν ἀνεβαίνει κανείς μόνος ἀλλά παραλαμβάνεται ἀπό τόν Θεό, ὅπως ἔγινε καί μέ τούς τρεῖς μαθητές, τόν Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη. Πῆρε μαζί του ὁ Χριστός τόν Πέτρο γιά τή θερμή του ἀφοσίωση, τόν Ἰωάννη γιά τή μεγάλη ἀγάπη πού τοῦ εἶχε καί τόν Ἰάκωβο, γιατί πρῶτος ἀπό τούς Μαθητές θά ὑφίστατο τό μαρτυρικό θάνατο. Πῆρε μαζί Του τούς τρεῖς αὐτούς μαθητές γιά νά τούς ἐνισχύσει. Σέ λίγο θά Τόν ἔβλεπαν σταυρωμένο σάν κοινό κακοῦργο καί κινδύνευαν νά σκανδαλισθοῦν. Μεταμορφώνεται λοιπόν μπροστά τους γιά νά ἔχουν μιά βεβαίωση ὅτι, στό Πάθος βάδισε ἐκούσια καί ὅτι, πίσω ἀπό τό Πάθος κρυβόταν ἡ δόξα. Ἡ λάμψη τοῦ Κυρίου στό Θαβώρ ἦταν τό ἄκτιστο φῶς τῆς Θεότητός του, πού μέχρι ἐκείνη τήν ὥρα κρυβόταν κάτω ἀπό τήν ἀνθρώπινη σάρκα του. Στήν ὁλοφώτεινη αὐτή δόξα τῆς Μεταμορφώσεως ἐμφανίζονται καί οἱ δύο κορυφαίοι ἐκπρόσωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Μωϋσῆς καί ὁ Ἠλίας, οἱ ὁποῖοι μάλιστα συνομιλοῦσαν μέ τόν Κύριο. Παρόντες λοιπόν στή Μεταμόρφωση δύο ἐπουράνιοι καί τρεῖς ἐπίγειοι ἄνθρωποι, γεγονός πού φανερώνει ὅτι ὁ Χριστός δεσπόζει τῶν ἐπουρανίων καί τῶν ἐπιγείων. Τότε μία φωτεινή νεφέλη ἐπεσκίασε τούς μαθητές καί ἀκούσθηκε φωνή πού ἔλεγε: Οτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ ηὑδόκησα αὐτοῦ ἀκούετε. Ὁ Πατέρας λοιπόν ἀποκαλύπτει τόν ἀγαπητόν Υἱό Του καί προτρέπει αὐτόν νά ἀκοῦμε. Κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου ὅλοι οἱ πιστοί καί οἱ δίκαιοι θά μεταμορφωθοῦν καί θά λάβουν φῶς ἀπό τό φῶς Του καί δόξα ἀπό τή δόξα Του.

ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Μιά ὁλόκληρη νύκτα προσευχόταν ὁ Χριστός πάνω στό βουνό γιά τήν έκλογή τῶν μαθητῶν Του καί τό πρωΐ ἦρθε στόν κόσμο καί κάλεσε ἐκείνους πού θά γινόταν μαθητές καί Ἀπόστολοί Του. Οἱ 12 αὐτοί ἄνδρες, πού μερικοί ἦταν ἀγράμματοι καί ἁπλοϊκοί ψαράδες, ἔγιναν θεατές τῶν θαυμάτων Του καί σ’ αὐτούς ἐμπιστεύθηκε τούς Θεόπνευστους λόγους Του. Ἀκόμη κι ἄν ἐκεῖνοι ἀπό φόβο τόν ἐγκατέλειψαν μόνον πάνω στό Σταυρό, ὁ Ἀναστημένος Χριστός ἐμφανίζεται συχνά γιά νά τούς στηρίξει καί νά τούς ἐνδυναμώσει στήν πίστη, ὥστε νά δεχθοῦν τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέ τό φωτισμό Του ἔγιναν ἀγνώριστοι, ἀναδείχθη-καν Πάνσοφοι καί Πανίσχυροι. Μέ ἱερό ζῆλο ξεχύθηκαν στά πέρατα τοῦ κόσμου γιά νά κηρύξουν ὅσα ἄκουσαν ἀπό τό στόμα τοῦ Χριστοῦ καί ὅσα θαυμαστά εἶδαν μέ τά μάτια τους. Ὁ Θεός τούς ἔδωσε τή χάρη Του νά θεραπεύουν τίς ἀσθένειες καί νά ἐκβάλλουν δαιμόνια. Οἱ ἁπλοϊκοί ψαράδες πέτυχαν νά ἀναμορφώσουν τήν οἰκουμένη καί τά ὅσα δίδαξαν τά ἐπισφρά-γισαν μέ τό μαρτύριό τους, ἔτσι ὅπως τούς τό εἶχε προείπει ὁ Χριστός. Ἡ ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, πρίν τήν Ἀνάληψή Του, ἦταν «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη» κι ἐκεῖνοι φρόντισαν ὥστε «εἰς πᾶσαν τήν γῆν» νά ἐξέλθει ὁ φθόγγος αὐτῶν. Μάλιστα τό μεγάλο θαῦμα συντελέσθηκε χωρίς ἀνθρώπινη βοήθεια. Κατέλυσαν τίς ψεύτικες θρησκεῖες, ἀνακαίνισαν τίς ψυχές καί ἄλλαξαν τή ροή τοῦ κόσμου. Ἡ ἀνθρωπότητα δέν γνώρισε οὔτε θά γνωρίσει ἐργάτες τῆς Ἀλήθειας μεγαλύτερους ἀπό τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί Μαθητές τοῦ Κυρίου.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Μετά τήν Πεντηκοστή καί τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οἱ Θεοφόρου Πατέρες θέσπισαν νά τιμῶνται καί νά ἑορτάζονται ὅλοι ἐκεῖνοι πού ἀναδείχθηκαν ἀπό τό Πανάγιο Πνεῦμα Ἅγιοι. Μέ τό νά δίνεται ἡ δυνατότητα στούς ἀνθρώπους νά ἀνέβουν στόν οὐρανό καί νά ζήσουν αἰώνια κοντά στό Χριστό δείχνει τό τί μεγάλα θαύματα ἐπιτέλεσε καί ἐπιτελεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Στούς Ἁγίους Του ὁφείλεται ἡ ὀμορφιά τῆς γῆς, ὅπου ἀνθίζουν ὡς «μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου» καί μέ τό δραστικό του ἄρωμα προλαμβάνουν τή σήψη τῆς ἁμαρτίας καί διατηρούν τή ζωτικότητα τῆς γῆς, ἐφ’ ὅσον αὐτοί εἶναι καί τό «ἅλας τῆς γῆς». Δοκιμάσθηκαν, οἱ Ἅγιοι, παντοιοτρόπως στή γῆ κι ὁ Θεός τούς βρῆκε ἄξιους, τούς ἔκανε φίλους Του καί τούς ξεχώρισε «ὡς σκεύη ἐκλογῆς τοῦ βαστᾶσαι τό ὄνομά Του ἐνώπιον ἐθνῶν καί βασιλέων». Ἀναρίθμητα ὑπῆρξαν τά βάσανα καί οἱ θλίψεις τῶν Ἁγίων στή ζωή ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἄβελ τοῦ δικαίου μέχρι τοῦ τελευταίου Ἁγίου τῶν ἡμερῶν μας. Πανστρατιά ἀμέτρητη, εἶναι οἱ Ἅγιοι ἔχοντας κορυφαίους ἐκπροσώπους τήν Παναγία μας, τόν Τίμιο Πρόδρομο, Μεγαλομάρτυρες , Ἄνδρες, Γυναῖκες καί Παιδιά. Ἀπόστολοι, Προφῆτες, Ἱεράρχες, Ἀσκητές ὅλοι ἀνταποκρίθηκαν στήν κλήση πού τούς ἔκανε ὁ Θεός μέ τή βαθιά, πηγαία καί δυνατή τους πίστη. Οἱ Ἅγιοι βρίσκονται κοντά μας, παρεμβαίνουν στήν καθημερινή μας ζωή, ἀκοῦνε τίς προσευχές μας, ἐνισχύουν τόν ἀγῶνα μας, διορθώνουν τά λάθη μας, μᾶς δείχνουν μέ χίλιους δυό τρόπους τήν παρουσία τους στή ζωή μας καί μᾶς λένε ὅτι, ἡ ζωή μας δέν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλά μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς. Ἐπίγειοι Ἄγγελοι, οὐράνιοι Ἄνθρωποι. Ἡ ζωή τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας μοιάζει μέ μιά κραυγή ἀφύπνισης. Εἶναι ἡ πυξίδα πού δείχνει στόν καθένα τόν χαμένο προορισμό, τήν Ἁγιότητα!

ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμε ὅτι, πιστεύουμε «εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον τό Κύριον, τό Ζωοποιόν, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον, τό σύν Πατρί καί Υἱῷ συνδοξαζόμεον, τό λαλῆσαν διά τῶν Προφητῶν». Γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅ,τι γνωρίζουμε εἶναι αὐτά πού μᾶς ἀποκάλυψε ὁ Χριστός ὅτι, εἶναι τό τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Θεοῦ, δηλ. εἶναι ἐκεῖνο πού κατηύθυνε τήν γλώσσα τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἁγίων ἀνά τούς αἰῶνες. Πρίν ἀπό τό Πάθος ὁ Ἰησοῦς ὑποσχέθηκε τήν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό Ἅγιον Πνεῦμα ἦρθε σάν ἕνας σφοδρός ἄνεμος πού ἔσεισε τήν Ἱερουσαλήμ, ὄχι μόνο γιά νά δηλώσει τήν παρουσία Του, ἀλλά καί γιά νά φανερώσει τήν δύναμη καί τήν ὁρμή πρός τό καλό. Εἰσέβαλε στόν κόσμο σάν ὁρμητικός ἄνεμος γιά νά δείξει πώς ἦρθε γιά νά ξεριζώσει καί νά ξεθεμελιώσει ὅλα τά καθεστῶτα τῆς ἁμαρτίας, νά διαλύσει δηλ. τό κακό καί νά τό σκορπίσει σάν τό ἄχυρο πού παίρνει ὁ ἄνεμος. Ἀλλά αὐτός ὁ βίαιος ἄνεμος δέν ἦταν ἡ πρώτη πνοή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πάνω στούς Μαθητές καί Ἀποστόλους. Ἀμέσως «ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν». Κάθησε ὄχι μόνο σέ κάθε Μαθητή τοῦ Κυρίου ἀλλά καί σέ ὅλους τούς ἄλλους πού παρευρίσκονταν ἐκεῖ. Ὅλοι δέχτηκαν μία ἀπό τίς πύρινες γλῶσσες πού τούς μετέτρεψαν σέ κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ σέ ὅλη τήν Οἰκουμένη. Ἔτσι οἱ ἀγράμματοι καί δειλοί, πρίν ἀπό λίγο καιρό, μαθητές τοῦ Ἰησοῦ ἀμέσως μετά τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γόνονται δυνατοί καί σοφοί, ὥστε τελικά νά ἀλλάξουν μέ τή διδασκαλία καί τό ἔργο τους τόν κόσμο ὁλόκληρο. Ἀπό τότε τό Ἅγιο Πνεῦμα παραμένει στήν Ἐκκλησία καί ὅπως ψάλλουμε: «ὅλον συγκροτεῖ τόν Θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Ἡ Πεντηκοστή ἱστορικά εἶναι ἡ γενέθλια ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας μας καί κατ’ αὐτήν τήν «μεθέορτον καί τελευταίαν ἑορτήν» κατά τόν Ἅγιο Κοσμᾶ τόν Μελωδό, γίνεται «ἐπαγγελίας συμπλήρωσις». Τήν Πεντηκοστή τήν ἑορτάζουν καί οἱ Ἐβραῖοι σέ ἀνάμνηση τῆς κακοπάθειάς τους στήν ἔρημο καί τῶν πολλῶν θλίψεων, μέχρι πού μπῆκαν στή γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Κατά τήν ἡμέρα αὐτή πού γιόρταζαν οἱ Ἐβραῖοι τήν Πεντηκοστή, ἔγινε καί ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς Μαθητές καί Ἀποστόλους τοῦ Κυρίου, σύμφωνα μέ τήν ὑπόσχεση πού τούς εἶχε δώσει. Ὁ ἄλλος Πᾳράκλητος, ὁ Παρηγορητής δηλαδή πού εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, μένει στήν Ἐκκλησία γιά πάντα, «μένει μεθ’ ἡμῶν εἰς τόν αἰῶνα» κι ἀναδεικνύει τήν Ἐκκλησία θεοσύστατο θεσμό πού κανένας δέν μπορεῖ νά τόν καταλύσει. Τό Ἅγιον Πνεῦμα κατέβηκε σάν μιά δυνατή βοή ἀνέμου κι ἐμφανίστηκε ὡς φωτιά «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν». Οἱ Μαθητές - Ἀπόστολοι πυρακτώθηκαν. Ἔγιναν δυνατοί, φλογεροί καί ἀμέσως βγῆκαν νά κηρύξουν, στό πλῆθος πού εἶχε συγκεντρωθεῖ, τά ὅσα εἶδαν, τά ὅσα ἄκουσαν καί τά ὅσα φηλάφησαν κατά τήν τρίχρονη συναναστροφή τους μέ τό Χριστό. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἐκείνη τή στιγμή μεταδόθηκε σέ χιλιάδες ἀκροατές, πού παραβρέθηκαν σ’ αὐτό τό μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο γεγονός, καί μάλιστα στόν καθένα ξεχωριστά, στή γλῶσσα του, δεδομένου ὅτι ἐκεῖ βρίσκονταν προσκυνητές ἀπό διάφορες χῶρες. Ἡ μεταβολή τῶν Ἀποστόλων καί τοῦ κόσμου ὁλόκληρου ἦταν ἀδύνατο νά συμβεῖ ἄν τήν Πεντηκοστή δέν κατέβαινε τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού ὑπῆρξε ἡ ἀήττητη πανοπλία τῶν Ἀποστόλων. Ἀπό τότε τό Ἅγιο Πνεῦμα παραμένει διαρκῶς παρόν στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὁδηγεῖ στή γνώση τοῦ Θεοῦ καί στή σωτηρία ὅσους καταφεύγουν σ’ Αὐτήν. Διότι ὑπάρχει μέσα Της μία δύναμη ἀόρατη, ἡ ὁποία καταργεῖ ὅλες τίς δυνάμεις τοῦ σκότους, σώζει τόν ἁμαρτωλό καί ἀναδεικνύει Ἅγιο τόν κατάδικο. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία στό διάβα τῶν αἰώνων εἶναι ἡ πολιτεία τοῦ Χριστοῦ καί ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ (28-5-2017)

Ὅπως στά ἀρχαῖα χρόνια ὑπῆρχε συνήθεια οἱ ἄνθρωποι νά τιμοῦν ἐκείνους πού γύριζαν νικητές ἀπό τούς πολέμους, γιατί μέ τήν ἀνδρεία τους ἔσωσαν τήν πατρίδα, ἔτσι καί ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί τιμᾶμε, τούς Θεοφόους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας πού σέ καιρούς δύσκολους πάλεψαν μέ γενναιότητα μέσα στίς Οἰκουμενικές Συνόδους γιά τή διατήρηση τῆς Ἀλήθειας καί τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς μας. Μέ πεῖσμα καί φανατισμό οἱ αἱρέσεις σείουν συθέμελα τό οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας. Πρῶτος αἱρεσιάρχης ὁ Ἄρειος ὁ ὁποῖος μέ τίς κακοδοξίες του στρεφόταν ἐνάντια πρός τό Θεῖο Πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας ἀμφισβητώντας τήν Θεότητά Του. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος συγκαλεῖ τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τό 325 μ.Χ. στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ὥστε οἱ Θεοφόροι Πατέρες νά ἀντιμετωπίσουν τίς βλάσφημες θεωρίες τοῦ Ἀρείου. Ἀπό ὅλα τά μέρη τῆς αὐτοκρατορίας προσῆλθαν στή Νίκαια 318 Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας, μαζί μέ τούς Συμβούλους του, γιά νά συγκροτήσουν τή Σύνοδο καί νά δώσουν τή μεγάλη μάχη κατά τῶν δοξασιῶν τοῦ Ἀρείου. Ὁ Ἄρειος Πρεσβύτερος ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια ἤδη ἀπό πολύ νωρίτερα εἶχε ἀρχίσει νά κηρύττει τήν αἵρεση γιά τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀρνούμενος τήν θεότητά Του. Οἱ Θεοφόροι Πατέρες, πού οἱ πιό πολλοί ἔφεραν ἀκόμα τά σημάδια τῶν βασανισμῶν ἀπό τόν τελευταῖο διωγμό, ἔσπευσαν καί πάλι νά δώσουν τή μεγάλη μάχη κατά τοῦ Ἀρείου καί τῶν ὑποστηρικτῶν του. Μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σάρωσαν τά νέφη τῆς αἵρεσης κι ἔκαναν νά λάμψει ἡ Ἀλήθεια, ὁ Χριστός! Ἡ Ἐκκλησία ἀπαλλάχθηκε ἀπό τίς κακοδοξίες τοῦ Ἀρείου καί διετράνωσε τήν ἀνόθευτη ἀλήθεια της ὅτι, ὁ Χριστός εἶναι ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα. Τέλος τιμώντας τούς Θεοφόρους Πατέρες ὁμολογοῦμε ὅτι ὁ σαρκί Ἀναληφθείς Ἰησοῦς Χριστός εἶναι Θεός ἀληθινός καί τέλειος ἐν σαρκί ἄνθρωπος.

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ

Kατά τήν μνήμη τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, πού γιορτάζεται τήν Δ΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, προβάλλεται τό περίφημο σύγγραμμά του, ἡ Κλίμαξ (πού σημαίνει σκάλα). Τό ἔργο του ὀνομάζεται ἔτσι, ἐπειδή μέ τριάντα λόγους ἀνεβάζει τόν κάθε εὐσεβή πιστό, σάν σέ τριάντα σκαλοπάτια, ἀπό τά χαμηλότερα πρός τά ὑψηλότερα μέχρι τήν κορυφή τῆς Ἁγιοσύνης. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης γεννήθηκε καί ἔζησε κατά πᾶσα πιθανότητα μετά τά μέσα τοῦ 6ου μ.Χ. αἰῶνα. Δέν γνωρίζουμε τἰποτα ἄλλο ἀπό τήν προσωπική του ζωή, ἀφοῦ ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού ἐγκατέλειψε τόν κόσμο τό μόνο πού φρόντισε ἦταν νά ζήσει ὡς ξένος, ἑνωμένος μέ τό Θεό. Γνωρίζουμε ἀκόμη ὅτι ἀπό τήν ἡλικία τῶν 15 ἐτῶν, ἀπό ἀγάπη γιά τό Θεό πῆγε στό Σινᾶ, ὅπου ἔγινε μοναχός. Βλέποντας τόν Γέροντά του σάν μιά ὁλοζώντανη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοσιώθηκε στή μοναχική ζωή μέ ἀπόλυτη ὑπακοή. Ἕνας ἀπό τούς συμοναστές του, ὁ Στρατήγιος, προέβλεψε ὅτι ὁ νέος αὐτός μοναχός θά ἀναδειχθεί ἀπό τό Θεό φωστήρας τῆς Οἰκουμένης. Τοῦτο προφήτεψαν κι ἄλλοι χαρισματοῦχοι Σιναΐτες γέροντες κι ἡ προφητεία τους πράγματι ἐπαληθεύτηκε. Γιά 40 χρόνια ἔζησε σέ μιά σπηλιά τοῦ ὄρους Σινᾶ, μή ἔχοντας ἄλλη ἀσχολία παρά τήν ἀδιάλειπτη προσευχή καί τή φυλακή τῆς καρδιᾶς του, ζῶντας ὡς ἐν σώματι ἄγγελος. Ἀναδείχθηκε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Σινᾶ καί κοιμήθηκε εἰρηνικά γύρω στό600 μ. Χ. σέ ἡλικία 70 ἐτῶν. Μέ τό ἔργο του αὐτό, τήν «πνευματική κλίμακα», κάθε Σαρακοστή δείχνει σέ ὅλους μας τήν πορεία τῆς ἀνόδου ἀπό τά ἐπίγεια πρός τά οὐράνια, ἀπό τά πρόσκαιρα στά αἰώνια, στήν Ἀναστάσιμη χαρά.

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

Στή μέση τῆς Ἁγίας Σαρακοστῆς προβάλλει μπροστά μας ὁ Τίμιος Σταυρός γιά νά μᾶς ἀνακουφίσει, νά μᾶς ἐνθαρρύνει καί νά μᾶς στηρίξει ὑπενθυμίζοντάς μας τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ. Διανύοντας τόν ἀγῶνα τῆς Νηστείας καλούμαστε νά ἔχουμε τά μάτια μας καρφωμένα στό Σταυρό τοῦ Κυρίου, ὥστε ὅ, τι κι ἄν μᾶς συμβεῖ νά γονατίσουμε καί νά ζητήσουμε ἀμέσως τή βοήθειά του. Ὅπως ἕνας Βασιλιάς, πρίν ὁ ἴδιος ἐμφανισθεῖ, στέλνει τούς δούλους του μέ τά σύμβολα του νά προπορεύονται, ἔτσι κι ἐδῶ. Ἐνῶ βρισκόμαστε στή μέση τοῦ ἀγῶνα προβάλλει μπροστά μας τό σύμβολο τοῦ Χριστοῦ μας, τό τρόπαιο τῆς νίκης Του ἡ Βασιλική Του σημαία καί μᾶς καλεῖ νά ἐντείνουμε τόν ἀγῶνα μας ἕως ὅτου ἀξιωθοῦμε νά δοῦμε Ἐκεῖνον, νικητή καί τροπαιοῦχο νά καταπατᾶ μέ τό Σταυρό Του τό θάνατο. Ταυτόχρονα ὅμως μᾶς καλεῖ στή μεγάλη χαρά τῆς Ἀναστάσεώς του. Ὡραιότατα αὐτό τό ἐκφράζει κι ἕνας ὕμνος τοῦ ὄρθρου πού λέει: «Τοῦ ζωηφόρου σου Σταυροῦ τήν προσκυνήσιμον χαράν, σήμερον Χριστέ ὑπαντῶν-τες, προπομπήν ποιούμεθα, τοῦ Παναγίου Πάθους Σου, διά τοῦ ὁποίου τήν σωτηρίαν τοῦ κόσμου ἀπειργάσθηκες Παντοδύναμε Θεέ μας».

Τέλος ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης συνιστᾶ: " Ἄμποτε, ἀδελφέ, νά εἶναι καί εἰς ἐσέ ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου φῶς νοητόν, φωτίζον... Ὥσπερ γάρ ὁ πύρινος ἐκεῖνος καί φωτεινός στῦλος ὡδήγει τούς Ἰσραηλίτας ἐν τῇ ἐρήμῳ κατά τόν καιρόν τῆς νυκτός καί δέν ἄφηνεν αὐτούς νά πλανηθοῦν εἰς τήν στράταν, οὕτω καί ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου ἐδόθη εἰς ἐσέ, Χριστιανέ, διά νά σέ φωτίζῃ καί νά σέ ὁδηγῇ μέσα εἰς τό σκότος τῆς παρούσης ζωῆς καί νά μή σέ ἀφήνῃ νά πλανηθῆς εἰς τούς κρημνούς τῆς ἁμαρτίας. Ἀγάπα ὅμως καί σύ νά σηκώνεις τόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ γιά νά περάσεις μέ ἀσφάλεια καί βεβαιότητα ἀπό τήν θύρα τοῦ Παραδείσου.... στήν Βασιλεία τῆς Ἀναστάσεως». Γένοιτο!

ΚΥΡΙΑΚΗ B΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Ἠ Δεύτερη Κυριακή τῶν Νηστειῶν εἶναι ἀφιερωμένη σ’ ἕναν ὑπέρμαχο ἀγωνιστή τῆς Ὀρθοδοξίας, τό Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος προτρέπει ὅλους τούς πιστούς νά περπατοῦν κάτω ἀπό τό θεῖο Φῶς, πού εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ κραυγή τῆς ἱκεσίας του «Φώτισόν τό σκότος Κύριε»! ἀποτελεῖ παράδειγμα ἱκεσίας γιά ὅλους μας πού βαδίζουμε στό σκότος τῆς ἁμαρτίας.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη στά τέλη τοῦ 13ου αἰῶνα. Νεώτατος δέ καί φλεγόμενος ἀπό τόν πόθο τῆς μοναχικῆς ζωῆς ἔρχεται στό Ἅγιο Ὄρος. Οἱ συνεχεῖς ὅμως ἐπι-δρομές τῶν Ἀγαρηνῶν τόν ἀνάγκασαν νά καταφύγει στήν Σκήτη Βέροιας. Ἀργότερα γύρισε στό Ἅγιο Ὄρος καί κατόπιν ἀνεδείχθη Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Πηγαίνοντας γιά τήν Κωνσταντι-νούπολη συλλαμβάνεται κι αἰχμαλοτίζεται ἀπό τούς Ἀγαρηνούς γιά νά ἐλευθερωθεῖ λίγα χρόνια άργότερα. Τήν ἐποχή αὐτή παρουσιάστηκε ὁ Βαρλαάμ ὁ Καλαβρός, πού σήκωσε φοβερό πόλεμο κατά τῶν ἡσυχαστῶν. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος πάλεψε μαζί του μέ ἀπίστευτη πνευματική δύναμη καί σοφία καί τελικά νίκησε ἀποδεικνύοντας μέ ἀδιάσειστα πνευματικά ἐπιχειρήματα πώς τό Θαβώριον φῶς τῆς Μεταμορφώσεως ἦταν ἄκτιστο καί ὄχι κτιστό. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἔσωσε τήν Ὀρθοδοξία, πού γιά μιά ἀκόμη φορά διέτρεξε κίνδυνο ἀπό τό δυτικό τρόπο σκέψης (Παπι-σμός), ἀλλά κι ἀπό τόν μουσουλμανισμό τῆς Ἀνατολῆς. Γι’ αὐτό ἡ δεύτερη Κυριακή τῶν Νηστειῶν εἶναι ἀφιερωμένη στή μνήμη του καθώς καί στή νίκη τοῦ Ὀρθοδόξου Ἀσκητισμοῦ (ἡσυχασμοῦ)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

«Οὐκέτι τῶν ἀσεβῶν αἱρετικῶν ἡ ὀφρύς αἴρεται. Ἡ γάρ Θεοῦ δύναμις τήν Ὀρθοδοξίαν ἐκράτυνε».

Μέ αὐτά τά χαρμόσυνα τροπάρια καί τή λιτανεία τῶν ἱερῶν Εἰκόνων ἡ Όρθοδοξία πανηγυρίζει τή νίκη της κατά τῶν αἱρέσεων. Ἀφορμή ἔδωσε ἡ περίοδος τῆς εἰκονομαχίας πού ξεκίνησε στά χρόνια τοῦ βασιλιά Λέοντος 3ου τοῦ Ίσαύρου καί ἔληξε ἐπί Θεοδώρας τῆς Αὐγούστας. Στά χρόνια αὐτά Kληρικοί, Μοναχοί καί Λαϊκοί πού ἀντέδρασαν στά ἀσεβῆ διατάγματα τῶν βασιλέων διώχθηκαν, φυλακίσθηκαν, ἐξορίσθηκαν, βασανίσθηκαν καί θανατώθηκαν. Ὁ Θεός ἀνέδειξε μεγάλους ἀγωνιστές πού μέ σθένος ὑποστήριξαν τήν Ὀρθόδοξη Πίστη, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, οἱ Ὅσιοι Θεοφάνης καί Θεόδωρος οἱ Γραπτοί, οἱ Ἅγιοι Ἱεράρχες Γερμανός, Νικηφόρος, Μεθόδιος καί πολλοί ἄλλοι, τῶν ὁποίων τά ὀνόματα εἶναι γραμμένα στή Συνοδική ἀπόφαση τοῦ θριάμβου τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέ τό θάνατο τοῦ τελευταίου εἰκονομάχου βασιλιά Θεόφιλου καί ἐπειδή ὁ διάδοχός του Μιχαήλ ὁ 3ος ἦταν μόλις τεσσάρων ἐτῶν, ἀνέλαβε τήν ἀντιβασιλεία ἡ εὐσεβής Θεοδώρα. Αὐτή προέβη ἀμέσως στήν ἀποκατάσταση τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων καί στήν ἀνάκληση ὅλων τῶν ἐξορίστων Ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδοξίας. Τόν Μάρτιο τοῦ 843 μετά τόν ἀναθεματισμό τῶν αἱρετικῶν καί τήν ἐπικύρωση τῶν ἀποφάσεων τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, συγκεντρώθηκαν τήν πρώτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς τοῦ ἔτους 843 σέ μία μεγάλη λιτανεία καί στήν ἐπίσημη πλέον Ἀναστήλωση τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων. Ἡ ἑορτή αὐτή ἀπό τότε καθιερώθηκε νά τελεῖται κάθε χρόνο τήν πρώτη Κυριακή τῆς Μ. Σαρακοστῆς. Ἡ ἑορτή αὐτή ἔχει γίνει τό σύμβολο τοῦ θριάμβου τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπί ὅλων τῶν αἱρέσεων.

Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τήν οἰκουμένην ἐστήριξε.


Σημαντικά Νέα

EBΔΟΜΑΔΙΑΙΟΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΙΕΡΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ

Ἀνακοινώνεται τό πρόγραμμα τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν ἀπό τήν Κυριακή 19/5/2019 ἕως καί τήν Κυριακή 26/5/2019.

Tα Ιερά Μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Με τον όρο Μυστήρια αναφερόμαστε γενικά στις θεοσύστατες τελετές της Ορθόδοξης Εκκλησίας που είναι απαραίτητες για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Περί τῆς τελέσεως τοῦ Ἱερῶν Μυστηρίων Βαπτίσματος - Χρίσματος

Τό μέν Βάπτισμα ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά δεσμά τοῦ διαβόλου καί τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί τόν ἐντάσσει στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στή μεγάλη δηλαδή οἰκογένεια τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, τό δέ Χρῖσμα παρέχει σ’ αὐτόν τή Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος.

Περί τῆς τελέσεως τοῦ Ἱεροῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου

Ὁ Γάμος, «Μυστήριον μέγα» κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, ἑνώνει μέ δεσμό ἄρρηκτο δύο νέους ἀνθρώπους ἀνθρώπους, ἄνδρα και γυναῖκα.

Ενημερωτικό δελτίο

Διεύθυνση
Αρτέμιδος και Ζαμάνου,
Γλυφάδα, ΤΚ : 16674
Προϊστάμενος Ναού :
π. Γεώργιος Φειδόπουλος
Τηλ. 210 8949167
ΦΑΞ 210 8944398
Πρόεδρος Φιλοπτώχου:
π. Γεώργιος Φειδόπουλος
Τηλ. 210 8949167
Υπεύθυνος Νεότητας:
π. Δημήτριος Μαλλιάτσος
Τηλ. 210 8949167